Δευτέρα 14 Μαΐου 2018

Εισήγηση μιας τρίπτυχης μεθοδολογίας για την ανάλυση νομικών συστημάτων υπό συνθήκες εξέλιξης και αλλαγής

Εισήγηση μιας τρίπτυχης μεθοδολογίας για την ανάλυση νομικών συστημάτων υπό συνθήκες εξέλιξης και αλλαγής
Κωστής Δεμερτζής
Δικηγόρος, Δρ. Νομικής
Κυρίες και κύριοι, καλησπέρα σας
Θέλω πρώτα να εκφράσω τη συγκίνησή μου που είμαι εδώ, ανάμεσά σας, που είμαστε όλοι εδώ, μαζί, και σας εισηγούμαι κάτι, κι αυτό το «κάτι» είναι μια νομική μεθοδολογία, με ουσιωδώς πρωτότυπη δομή, προκειμένου να φέρουμε αυτό το «κάτι» σε ένα πεδίο κοινής επεξεργασίας.
Είναι, πρώτα, αυτός ο χώρος – αυτού του οικοδεσπότη μας – το Κέντρο Δικανικό Μελετών, οικία καθηγητή κύριου Μπέη.
Η ώρα- ο ήλιος που δύει, έξω από το παράθυρο, κι εμείς – εσείς όλοι – στο φως ιλαρόν μιας ολόκληρης παράδοσης πολιτισμού, φιλοσοφίας, επιστήμης, τέχνης, ποίησης, νομικής, στοχασμού, διαλεκτικής και αναμνήσεων.

Ήταν η προηγούμενη φορά, στην διάλεξη του κ. Γιακουμή και του κ. Ταμπάκη, που η ομορφιά αυτού του χώρου με πλημμύρισε – η αίσθηση αυτή είναι κάθε φορά καινούργια – και είπα του οικοδεσπότη μας, κύριε Μπέη, «αυτός ο χώρος εδώ είναι ο ορισμός της χαρμολύπης».
Η ιδιαίτερη, προσωπική μου συγκίνηση, προέρχεται από το ότι, από την πρώτη φορά που επισκέφτηκα τον χώρο αυτό, αισθάνθηκα να «ανήκω»- όσο μπορεί να «ανήκει» κανείς κάπου. Μια πνευματική πατρίδα.
Για την σημερινή διάλεξη, αυτό αποτελεί και αναγνώριση οφειλής. Είναι σ’ αυτόν εδώ τον χώρο που, τον Οκτώβριο, μου φαίνεται, του 2007, είχα δώσει μια διάλεξη για τα προβλήματα του οικογενειακού δικαίου στην Ελλάδα. Την διάλεξη είχε διευθύνει, θυμάμαι, ο κύριος Δημόπουλος, και είχε εκφραστεί πολύ κολακευτικά για μένα.
Η διάλεξη αυτή, στα επόμενα χρόνια, ζυμώθηκε, φούσκωσε, μπήκαν κι άλλα υλικά, ξηροί καρποί και διάφορα άλευρα, και έγινε διδακτορικό. Το 2008 ξεκίνησε, το 2016 εγκρίθηκε, από το Τμήμα Δημοσίου Δικαίου της Αθήνησι Νομικής, με Doktorvater μου τον Καθηγητή και αγαπητό φίλο κ. Πάνο Λαζαράτο. Το διδακτορικό έβγαλε μια μεθοδολογία. Αυτή τη μεθοδολογία σας παρουσιάζω σήμερα.
Και είναι και η άλλη πύλη μέσα από την οποία εισέρχεται η συγκίνηση, το ότι η διάλεξη αυτή εντάχθηκε στον κύκλο Κρίσπη, με της κυρίες Σαμαρά-Κρίσπη, Μωραΐτη και Μαρκοπούλου στην επιμέλειά της.
Κι από την συνεργασία μου με την κυρία Κρίσπη υπάρχει ήδη ένα κείμενο υπό δημοσίευση: μια σύντομη παρουσίαση της μεθοδολογίας που θα σας παρουσιάσω σήμερα, στα Αγγλικά όμως, η οποία έχει εγκριθεί για τον υπό έκδοση τιμητικό τόμο Ηλία Κρίσπη
Ο Ηλίας Κρίσπης, Χαλκιδέος – όπως και ο κύριος Μπέης έχει γυμνασιακά χρόνια στην Χαλκίδα και λογίζεται κι αυτός και Χαλκιδέος – κι εγώ από τη Χαλκίδα, αισθάνομαι να ανήκω πολλαπλά σ’ αυτό που γίνεται σήμερα.
Αισθάνομαι, με άλλα λόγια, να μην έρχομαι «από το πουθενά», αλλά «από κάπου», και να έχω γύρω μου μορφές, μια σειρά στοχαστών διαμετρήματος, όπως έχει κανείς πατριώτες σε μια πνευματική πατρίδα, και υπό τους ίδιους όρους, όπως σε κάθε πατρίδα: σε τιμά, εφόσον την τιμήσεις.
Σας ευχαριστώ όλους εσάς που είσαστε εδώ απόψε.
*  *  *
0 Λέξεων επίσκεψις: «τρίπτυχη», «ανάλυση», «νομικό σύστημα»
Στον τίτλο της εισήγησής μου, βλέπετε την λέξη «τρίπτυχη» μεθοδολογία, την λέξη «ανάλυση», την λέξη «νομικό σύστημα».
Μια σύντομη εξήγηση για το καθένα από αυτά.

0.1 Μια «τρίπτυχη» προσέγγιση
Καταρχάς, το «τρίπτυχο».
«Τρίπτυχη» προσέγγιση σημαίνει ότι το νομικό αντικείμενο – ας το πούμε νομικό σύστημα – και θα εξηγήσουμε παρακάτω πώς το εννοούμε – υποβάλλεται σε ΤΡΕΙΣ αναλύσεις.
Σαφώς διακεκριμένες μεταξύ τους.
Οι οποίες, αφού αναπτύσσονται ως «όλα», ολοκληρωμένα καθεαυτά, και ΑΥΤΟΝΟΜΑ, δηλαδή το καθένα με τους δικούς του κανόνες, συσχετίζονται αιτιολογημένα στη συνέχεια.
Μπορείτε να το φανταστείτε σαν μια «λήψη τομών», σε μια απεικονιστική μέθοδο, ας πούμε μαγνητική τομογραφία.
- Η «Παραδειγματική ανάλυση» είναι μια τέτοια τομή.
- Η «δογματική ανάλυση» μια άλλη τομή.
- Η «διοικητική ανάλυση» μια τρίτη τομή.
Σε τι διαφέρουν μεταξύ τους: τα προαπαιτούμενα. Και ιδίως:
Η «Παραδειγματική» ανάλυση είναι ΠΕΡΙΓΡΑΦΙΚΗ και ΕΞΗΓΗΤΙΚΗ.
Η «δογματική» ανάλυση είναι ΚΑΤΑΝΟΗΤΙΚΗ – και ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ.
Και η «διοικητική ανάλυση» είναι ΔΟΜΙΣΤΙΚΗ – και ΡΥΘΜΙΣΤΙΚΗ.
Η κάθε «ανάλυση», συνεπώς, έχει ένα «διαπιστωτικό» μέρος, και ένα «κριτικό».
*  *  *
Δύο παρατηρήσεις, στο σημείο αυτό:

0.1.1 Περιγραφή / ερμηνεία / ρύθμιση 
Πρώτον: η τριάδα «περιγραφή / ερμηνεία / ρύθμιση» είναι ειλημμένη από την Γλωσσολογία.
Ας πούμε, η παραδοσιακή γραμματική, η οποία θέτει «πρότυπα» «σωστής ομιλίας», «γραμματική» και «συντακτικό», με βάση το οποίο «πρέπει να γράφουμε», είναι «ρυθμιστική».
Όταν, αντίθετα, περιγράφεται η γλώσσα: αυτή η λέξη χρησιμοποιείται έτσι κι αλλιώς κι αλλιώτικα, τότε έχεις «περιγραφή».
Η «ερμηνεία», στην γλωσσολογία, είναι μια «εξήγηση» της Γλώσσας, όπως, ας πούμε, την εισηγήθηκε ο Νόαμ Τσόμσκι: «δομή βάθους», «νόμοι μετασχηματισμού» και «επιφανειακή δομή».
Ωστόσο, για τα μέτρα της μεθόδου που αναπτύσσεται εδώ, η Γενετική-Μετασχηματιστική Γραμματική του Τσόμσκι χαρακτηρίζεται «εξηγητική», δηλαδή μια «περιγραφή» σε βαθύτερο επίπεδο, άλλως, «συγκρότηση της περιγραφής» σε μια «θεωρία».
Δεν είναι ακριβώς «ερμηνεία», όπως κι αυτή νοείται, πάλι, εδώ, της οποίας ένα εγγύτερο αντίστοιχο θα μπορούσε να αναζητηθεί μάλλον στις σχολές της φιλολογικής κριτικής.
*  *  *
0.1.2 Διάκριση των ετερογενών προσεγγίσεων, αυτόνομες αναπτύξεις και αιτήματα αντιστοιχίας
Δεύτερον, το γεγονός ότι οι τρεις αναλύσεις αποδίδουν, τρόπον τινά, το ίδιο αντικείμενο, θέτει ζήτημα συσχέτισης μεταξύ τους. Λ.χ. κατά πόσον η «ερμηνευτική» άποψη του γεγονότος αντιστοιχεί, σε μια αντιστοιχία ένα-προς-ένα, με την «περιγραφική».
Η αντιστοιχία αυτή, εν τέλει, μπορεί να διατυπωθεί όχι ως «απόδειξη», αλλά ως «αίτημα», με τον τρόπο, ας πούμε, που ήταν «αίτημα» το αίτημα του Ευκλείδη για τις παραλλήλους.
Η βασική ιδέα, συνεπώς, είναι ότι οι τρεις αναλύσεις αναπτύσσονται ως αυτόνομες και ανεξάρτητες, και στη συνέχεια συσχετίζονται. Δεν ΣΥΜΦΥΡΟΝΤΑΙ σε ένα «κροκαλοπαγές πέτρωμα» (conglomerate), στο οποίο κάποιος περνάει, ας πούμε, από την περιγραφή στην ερμηνεία, από εκεί στη ρύθμιση και αντίστροφο.
Τέτοιες τυχόν πρακτικές θα επάγονταν διαρκείς «μεταβάσεις σε άλλο γένος», οι οποίες θα καθιστούσαν τον λογισμό πολύ λίγο αυθαίρετο, θα τον αχρήστευαν. Ο ΚΑΘΕ λογισμός, συνεπώς, για να κρατείται στο ίδιο γένος, θα πρέπει να διατηρεί την ομοιογένειά του.
Ή κάνεις περιγραφή, ή κάνεις ερμηνεία, ή κάνεις ρύθμιση. Περιγραφοερμηνεία, ερμηνευτική ρύθμιση κ.τ.λ., είναι σαν αυτό που αγαπούσε να γράφει ένας άλλος – εξ αναδοχής, κι εκείνος – πατριώτης, ο Γιάννης ο Σκαρίμπας: «ένα άλογο κι ένα πορτοκάλι δεν μας κάνουν ένα αλογοπορτόκαλο».
*  *  *
0.2 «Ανάλυση»: η κριτική ως «θεωρία», υποκείμενη (με τη σειρά της) σε κριτική
Στο παραπάνω πλαίσιο, ως «ανάλυση» χαρακτηρίζεται η οργάνωση μιας ομάδας δεδομένων, έτσι ώστε να βγάζουν νόημα.
Νόημα εξηγητικό, στην περίπτωση της «εξήγησης», αξιολογικό, στην περίπτωση της «ερμηνείας», σκοπού, στην περίπτωση της «ρύθμισης».
Το γεγονός ότι μιλάμε για «αναλύσεις» σημαίνει ότι, η κάθε μία από τις τρεις απεικονίσεις που αναφέραμε, στηρίζεται σε μια (δική της) ΘΕΩΡΙΑ.
Η «θεωρία» «είναι», απ’ αυτή την άποψη, ο παρατηρητής.
Είτε το ξέρει, είτε όχι, ο αναλυτής έχει μια θεωρία. Και, αν είναι σοβαρός αναλυτής, καλύτερα να το ξέρει. Και να ξέρει σε τι συνίσταται η θεωρία του. Και ότι αυτό που γράφει είναι μια θεωρία. Προς επαλήθευση.
Είναι το «εξωτερικό σημείο», το «Αρχιμήδειο σημείο», αν θέλετε, στο οποίο στηρίζεται ο αναλυτής για την ανάλυσή του.
Είναι, αν θέλετε, ο μίτος της Αριάδνης, με τον οποίο ο αναλυτής θα βρει την έξοδό του, αφού έχει παλέψει με τον Μινώταυρό του, ή το σχοινί με το οποίο δένουν τον παραμυθικό ήρωα, για να τον κατεβάσουν στο πηγάδι του κάτω κόσμου – ή το κατάρτι όπου δένεται ο Οδυσσέας, για να ακούσει το τραγούδι των σειρήνων.
Υποθέσεις είναι προτάσεις τις οποίες, ο αναλυτής, ακόμα κι αν τις δέχεται υπό την αίρεση ότι δεν θα ανατραπούν από μεταγενέστερα ευρήματα – ή στην ίδια την διαδικασία της ανάλυσης – ωστόσο τις δέχεται, θα λέγαμε «προσωρινώς οριστικά» ως αληθείς, και ως ορίζουσες την άποψη υπό την οποία αναλύει το σύστημα.
Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για αναλυτικό δόγμα – απ’ αυτή την άποψη, και όπως είχε πει κι ο Στραβίνσκι «αν η κριτική είναι τέχνη, δεν μπορεί να ξεφύγει από την κριτική μας», και η αναλυτική υπόθεση, το αναλυτικό δόγμα, μπορεί κι αυτό να αναλυθεί, από μιαν ενδεχομένως άλλη, τρίτη άποψη, ένα εκτός αυτού «Αρχιμήδειο σημείο».
*  *  *
0.3 «Σύστημα», «Νομικό σύστημα»
«Σύστημα», πάλι, θα οριστεί εδώ ένα σύνολο στοιχείων το οποίο είναι λειτουργικό κατά τρόπο που παρουσιάζει μια σχετική αυτονομία. Σ’ ένα τέτοιο σύστημα, το κάθε στοιχείο λειτουργεί σε αναφορά με όλα τα άλλα.
«Αυτονομία» δεν σημαίνει αποκοπή από το περιβάλλον, δηλαδή «αυτάρκεια». Αυτή, μπορεί και να υπάρχει, μπορεί και όχι. Το σύστημα υπάρχει μέσα σ’ ένα περιβάλλον, με το οποίο έρχεται σε κάποιο είδος ανταλλαγών, ανάλογα αν είναι ανοιχτό ή κλειστό.
«Αυτονομία», όμως, σημαίνει ότι «διαμορφώνεις και εφαρμόζεις δικούς σου νόμους», δηλαδή δικές σου συστημικές κανονικότητες.
Ως «νομικό σύστημα» θα οριστεί όχι μόνο ένα σύνολο κανόνων – ας πούμε: νόμων και νομολογίας – αλλά και οι δικαστές, οι δικαζόμενοι, ο υλικός εξοπλισμός – ας πούμε τα κτίρια, οι έδρες και τα γραφεία – αν, επί παραδείγματι, οι διαδικασίες γίνονται σε ακροατήρια ή σε γραφεία – και η επεξεργασία ενός υποσυστήματος, το οποίο ρυθμίζει την πρόσληψη του συστήματος από τον εαυτό του, και το οποίο συνιστά την «δογματική».
Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι το «νομικό σύστημα» είναι ολόκληρο το κοινωνικό σύστημα, όπως προβάλλεται σ’ ένα ειδικό επίπεδο, το νομικό.
Ή όπως «διαβάζεται» το κοινωνικό σύστημα, περασμένο μέσα από ένα φίλτρο: το νομικό.
Βοηθητικά, ως μια ένδειξη, θα μπορούσε να βοηθήσει, εδώ, η έννοια του «νόμω σημαντικού».
Όποτε αναφέρομαι στο «νόμω σημαντικό», θυμάμαι το παράδειγμα του Ιωάννη Αραβαντινού, για το ότι ο δικαστής αφαιρεί τα νόμω ασήμαντα, ας πούμε «ότι ο εναγόμενος ήτο συναχωμένος και εφόρα επενδύτην».
Τα «νόμω σημαντικά» είναι αυτά στα οποία το νομικό σύστημα αποδίδει έννομες συνέπειες.
Το νομικό σύστημα καθορίζεται από το «νόμω σημαντικό» μέσα σε μια κοινωνία. Τι είναι «νόμω σημαντικό» ή όχι, το λέει το ίδιο το νομικό σύστημα.
Με την διευκρίνιση ότι και το «νόμω μη-σημαντικό» είναι στοιχείο του νομικού συστήματος – στο οποίο «λάμπει δια της απουσίας του».
*  *  *
Προχωράμε, συνεπώς, σε μια σύντομη έκθεση της καθεμιάς προσέγγισης.



1  Παράδειγμα – Παραδειγματική ανάλυση
Ως «Παραδειγματική» ανάλυση ορίζεται, εδώ, το «διάβασμα» του συστήματος – ή του νομικού συστήματος, εν προκειμένου – με όρους μιας συγκεκριμένης θεωρίας: της θεωρίας του Τόμας Κουν – πρωτοδημοσιευμένης το 1962 – για την «δομή των επιστημονικών επαναστάσεων» (Structure of scientific revolutions).  

1.1 Η θεωρία του Κουν (1962) για το Παράδειγμα και την αλλαγή Παραδείγματος
Ο Κουν ήταν ένας φυσικός, που δίδασκε Ιστορία της φυσικής. Και είχε μια τάση φιλοσοφική, την οποία – ευτυχώς από ορισμένες απόψεις – δεν σπούδασε, αλλά παρ’ όλ’ αυτά μελέτησε, και τόσο φιλοσοφημένα, ώστε, προς το τέλος της ζωής του, να πει: «κυκλοφορώ και εξηγώ ότι είμαι ένας Καντιανός με κινητές κατηγορίες» (a Kantian with movable categories).
Σύμφωνα με τον Κουν, οι επιστήμες δεν εξελίσσονται «γραμμικά», δηλαδή σαν μια συνεχής πρόοδος, αλλά «αρθρωτά». μέσα από την εγκαθίδρυση, επεξεργασία και αντικατάσταση Παραδειγμάτων. Η «επιστημονική επανάσταση» είναι η «αλλαγή Παραδείγματος», η γνωστή Paradigm shift.
Ένα Παράδειγμα, κατά την έννοια του Κουν, είναι ένας τρόπος επεξεργασίας και λύσης προβλημάτων, ο οποίος έχει εγκατασταθεί σε μια επιστημονική κοινότητα ως τρόπος εργασίας της.
Κάθε Παράδειγμα έχει ορισμένα προβλήματα που λύνει, ορισμένα που δεν λύνει, ορισμένα που επεξεργάζεται προς λύση. Η «επεξεργασία προς λύση» δίνει και δουλειά στα μέλη της επιστημονικής κοινότητας, και, κατά κάποιο τρόπο, λόγο ύπαρξης στο Παράδειγμα, τη ζωντάνια του.
Μέσα από την Αλλαγή Παραδείγματος, το παλιό Παράδειγμα εγκαταλείπεται, και αφήνει τη θέση του στο καινούργιο Παράδειγμα.
Η εγκατάλειψη του παλιού Παραδείγματος και η αντικατάστασή του με το καινούργιο, είναι αυτό που χαρακτηρίζεται στον Κουν ως «επιστημονική επανάσταση»
Τέτοιες αλλαγές Παραδείγματος, στις οποίες αναφέρεται ο Κουν είναι, μεταξύ άλλου, η αντικατάσταση του Πτολεμαϊκού, γεωκεντρικού συστήματος από τον Κοπερνίκειο ηλιοκεντρισμό τον 16ο αιώνα, η αντικατάσταση της Αριστοτέλειας φυσικής από την Νευτώνεια, τον 18ο αιώνα, η αντικατάσταση της Νευτώνειας από την σχετικότητα του Αϊνστάιν, τον 20ο αιώνα. Είναι για την δεύτερη απ’ αυτές τις φράσεις που ο Κουν είπε την περίφημη φράση: «ο Αριστοτέλης δεν είναι ένας κακός Νεύτων, αλλά ένα διαφορετικό Παράδειγμα».



1.2 Αλλαγή Παραδείγματος και ασύμβατη σχέση μεταξύ εννοιών
Μια αλλαγή Παραδείγματος σημαίνει ότι, οι έννοιες που χρησιμοποιεί το νέο Παράδειγμα αναφέρονται, πλέον, σ’ ένα νέο σύστημα οργάνωσης στοιχείων.
Αυτό σημαίνει ότι οι έννοιες του ενός Παραδείγματος δεν μπορούν να μεταφραστούν από το ένα Παράδειγμα στο άλλο, χωρίς μια σημαντική απώλεια νοήματος.
Πρόκειται για την περίφημη σχέση «ασύμβατου» (inommensurability) ανάμεσα στις δύο έννοιες, μια από τις σπουδαιότερες και πλέον συζητημένες έννοιες της θεωρίας του Κουν.
 






σχήμα 1.                     Ασύμβατο μεταξύ εννοιών ως αποτέλεσμα Παραδειγματικής αλλαγής σύμφωνα με την θεωρία του Τόμας Κουν (1962)

Αυτό σημαίνει ότι, εκπρόσωποι διαφορετικών Παραδειγμάτων, όταν συζητούν μεταξύ τους, είναι αδύνατο να συνεννοηθούν. Talk through each other, όπως το θέτει ο Κουν. Διάλογος κουφών. Διότι αντιλαμβάνονται τις έννοιες με διαφορετικό τρόπο. «Έχοντας άλλα το μυαλό τους» ο καθένας. Διαφορετικό Παράδειγμα, ως σύστημα αναφοράς της έννοιας.
Ερώτηση: Δεν είναι δυνατόν να συγκριθούν μεταξύ τους έννοιες διαφορετικών Παραδειγμάτων;
Βεβαίως και είναι: μέσω της προβολής τους σ’ ένα τρίτο Παράδειγμα. Ανάλογα, μάλιστα, με το ποιο θα είναι αυτό το Παράδειγμα, οι συγκρίσεις θα μπορούν να γίνουν με διαφορετικό τρόπο κάθε φορά.
Αλλά αυτό σημαίνει ότι, για να συγκριθούν μεταξύ τους έχουν αφήσει στο Παράδειγμα προέλευσής τους ένα μεγάλο μέρος της αρχικής τους «σημασίας». Αυτό επάγεται απώλεια νοήματος.



1.3 Μια πρώτη παρατήρηση: η αντι-αυθεντική φύση της «δομής των επιστημονικών επαναστάσεων»
Αν αυτή είναι η θεωρία του Κουν για την «δομή των επιστημονικών επαναστάσεων», μέσω της οποίας το Παράδειγμα εγκαθίσταται ως κοινόχρηστη – και σχεδόν κοινότυπη – έννοια στις επιστημονικές, κοινωνιολογικές, οικονομικές κ.τ.λ. αναλύσεις, στην νομική επιστήμη, αν και όχι άγνωστο, το Παράδειγμα είναι αναξιοποίητο.
Αυτό οφείλεται εν πολλοίς και στο βαθύ «αυθεντικό» χαρακτήρα που έχει η νομική επιστήμη. Μιλάμε για την αυθεντία του νομοθέτη, και αυτήν του δικαστή. Και τρίτη κάποιου αναγνωρισμένου θεωρητικού. Το οποίο απολήγει συχνά σε αυτό που λέμε: «σφάλμα σκέψης ενώπιον της αυθεντίας» (authority bias). Να θεωρείς ότι κάτι είναι έτσι, επειδή το λέει, ας πούμε, ο Άρειος Πάγος. Ή ότι κάτι «έγινε» έτσι, επειδή έκρινε έτσι, ας πούμε, ένα ποινικό εφετείο. Αυτό που έχω ονομάσει, σε κάποιο πρόσφατό μου άρθρο: «η υποστασιακή πλάνη του δικαστή».
Αντίθετα, η θεωρία του Κουν είναι κατ’ εξοχήν αντι-αυθεντική. Και απ’ αυτή την άποψη, η νομική θεωρία έχει πολλά να ωφεληθεί απ’ αυτήν.

1.4 Μηδείς αγεωμέτρητος εισήτω: η μέθοδος ως «γεωμετρία», σε αντίθεση με την «θεωρία» (παρέκβαση)
Εστιάζω στο σχήμα που παρατέθηκε, για να κάνω μια μεθοδολογική παρατήρηση.
Όπως εκτέθηκε, η θεωρία του Κουν δεν είναι παρά μια θεωρία. Ως «μέθοδος» δεν εφαρμόζεται ως έχει.
Θα πρέπει να μετατραπεί σε κάτι άλλο: σε μια ΓΕΩΜΕΤΡΙΑ. Θα μπορούσε κανείς να μιλήσει και για «άλγεβρα», ή για «γραμματική», αλλά η λέεξη «γεωμετρία» είναι πιο παραστατική.
Αναφερόμενος στην Γεωμετρία, θα υπενθυμίσω όχι μόνο το αυτονόητο που είχε γράψει ο Πλάτων στην είσοδο της Ακαδημίας, το μηδείς αγεωμέτρητος εισήτω, αλλά και το ιστορικό ανέκδοτο που μας είχε πει τότε, στο Πολυτεχνείο, ο Καθηγητής μας ο Κωνσταντίνος Κονοφάγος – μας έκανε μεταλλειολογία – γνωστός ως ο πρύτανης που αντιστάθηκε στην δικτατορία, κατά την εξέγερση του Πολυτεχνείου, και συνελήφθη γι’ αυτό.
Σε μια παράδοσή του, μας είπε το ιστορικό ανέκδοτο με ένα πολεμικό συμβούλιο του Ναπολέοντα, πριν από μια μάχη – αν θυμάμαι καλά, του Αούστερλιτς. Συνεδρίαζε το επιτελείο, υπό τον Ναπολέοντα, και σηκώθηκε ένας νέος αξιωματικός και άρχισε να αναπτύσσει την ιδέα του: εμείς εδώ, οι Αυστριακοί εκεί, και τότε …
«Σταματήστε, κύριε!», τον έκοψε ο Ναπολέων. «Μη μιλάτε! Μη μιλάτε!».
Και, μετά από μια παύση: «Σχεδιάστε!».
Μια «γεωμετρία» δεν είναι μια «θεωρία». Ετοιμάζει το πεδίο πάνω στο οποίο θα διατυπωθεί η θεωρία. Μια «γεωμετρία» είναι a priori. Δεν επιδέχεται «επαλήθευση» και, κυρίως, «διάψευση». Μια θεωρία «επαληθεύεται» (εάν και εφόσον μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο) και, κυρίως, «διαψεύδεται». Η «Γεωμετρία» ούτε «επαληθεύεται», ούτε «διαψεύδεται». «Είναι». Η «ανάλυση» είναι, όπως είδαμε, «θεωρία». Όμως, η μεθοδολογία, καθεαυτήν, δεν είναι η «θεωρία». Είναι η «γεωμετρία», στους όρους της οποίας η «θεωρία» έχει διατυπωθεί. «Μεθοδολογία», συνεπώς, είναι ο σχεδιασμός μιας «γεωμετρίας».
Και, όσον αφορά τον σχεδιασμό μιας ολόκληρης γεωμετρίας, θα μου επιτραπεί να μνημονεύσω κάτι που μου είχε πει ένας δάσκαλός μου στην Γεωμετρία, ο Απόστολος Κουτουμάνος, ο οποίος είχε συντάξει κάποια εγχειρίδια γεωμετρίας, και ήξερε τι έλεγε: «όταν θέλεις να γράψεις μια γεωμετρία, θα ανοίξεις και θα διαβάσεις πολλές γεωμετρίες. Όταν αρχίσεις να γράφεις, ΘΑ ΤΙΣ ΚΛΕΙΣΕΙΣ ΟΛΕΣ!».

1.5 Συμπεριφορικό μοντέλο ενός Παραδείγματος  
Εάν οργανώσουμε, συνεπώς, τους ΟΡΟΥΣ υπό τους οποίους διατυπώνεται η θεωρία του Κουν, δηλαδή ερωτήματα που απαντώνται, ερωτήματα που δεν απαντώνται, άλυτοι γρίφοι κ.τ.λ. σε μια Γεωμετρία, ένα Παράδειγμα, βεβαίως και ένα νομικό Παράδειγμα, μπορεί να απεικονιστεί σε ένα συμπεριφορικό – μπηχεβιοριστικό – μοντέλο, ως εξής:
 






σχήμα 2.                     Τυπική συμπεριφορική απεικόνιση ενός (νομικού) Παραδείγματος

Σ’ ένα τέτοιο μοντέλο, το γενικό κοινωνικό σύστημα θέτει στο νομικό σύστημα ερωτήσεις / αιτήματα, στα οποία το νομικό σύστημα δίνει απαντήσεις, όπου ως απάντηση θεωρείται και η αιτιολογία.
Ένα νομικό σύστημα μπορεί να απαντά ΣΥΣΤΗΜΙΚΑ σε μια ερώτηση / αίτημα, και να απαντά λειτουργικά.
Μπορεί, ΣΥΣΤΗΜΙΚΑ, επίσης, να μην απαντά. Αυτό που λέμε: το ερώτημα να πέφτει σε «τυφλή κηλίδα του νου» του συστήματος.
Μπορεί να βρίσκεται υπό επεξεργασία μιας ΣΥΣΤΗΜΙΚΗΣ απάντησης.
Μπορεί η επεξεργασία να έχει υποδείξει ότι ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΛΥΣΗ, οπότε έχουμε έναν «άλυτο γρίφο» (σύμφωνα με την ορολογία του Κουν).
Μπορεί οι «απαντήσεις» που εξέρχονται να «ανακυκλώνονται», ως νέα αιτήματα / προβλήματα.
Όταν αναφερόμαστε σε ΣΥΣΤΗΜΙΚΕΣ απαντήσεις, εννοούμε απαντήσεις που εκπροσωπούν το σύστημα – κι όχι τυχαίες, αυτό που με αριστοτελική ορολογία θα αναφέραμε ως «κατά συμβεβηκός».

1.6 Ενδεικτικός σχολιασμός: «λειτουργικές» απαντήσεις του Παραδείγματος, απαντήσεις ανακυκλούμενες ως προβλήματα
Για λόγους συντομίας, θα πω δύο λόγια για την πρώτη κατηγορία, και δυο λόγια για την τελευταία.
Η πρώτη κατηγορία: το πόσο το σύστημα δίνει συστημικά «λειτουργικές» απαντήσεις, σημαίνει κατά πόσο λειτουργεί. Η λειτουργία αυτή, όπως επισημαίνει ο Νίκλας Λούμαν, μπορεί να είναι αφανής. Όταν κάτι λειτουργεί, το ξεχνάμε σχεδόν. Όμως, η λειτουργία είναι ο λόγος που ένα σύστημα διατηρείται κοινωνικά. Η κοινωνία δεν κρατά συστήματα που δεν λειτουργούν.
Όσον αφορά την τελευταία: απαντήσεις που ανακυκλώνονται ως προβλήματα, σημαίνει ότι, εάν το μέγεθος της ανακύκλωσης είναι μικρό, ελέγχεται και το σύστημα ισορροπεί.
Εάν πάρει ανεξέλεγκτες καταστάσεις, μπορεί να οδηγήσει σε «αλυσσιδωτή» αντίδραση, κρίση, ανισορροπία, χάος, ανατροπή και ενδεχόμενη αλλαγή Παραδείγματος – ή, αυτό που λέμε σήμερα όλο και περισσότερο: «ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ», κατά το «ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΟ ΚΡΑΤΟΣ» (failed state).
Ο Κουν ορθά επισημαίνει ότι, άλλο η «κρίση» του Παραδείγματος και άλλο η «αντικατάσταση» του Παραδείγματος Για να αντικατασταθεί ένα Παράδειγμα, δεν αρκεί να εισέλθει σε κρίση. Πρέπει να έχει προταθεί και ένα άλλο Παράδειγμα, ικανό να το αντικαταστήσει.

1.7 Υφολογικές επισημάνσεις μιας Παραδειγματικής ανάλυης: «περιγραφή» και «εξήγηση»
Αν αυτή είναι η «Γεωμετρία» μιας Παραδειγματικής ανάλυσης, μπορούμε να σκιαγραφήσουμε υφολογικά μια ανάλυση αυτή της κατηγορίας ως εξής:
(α) Η Παραδειγματική ανάλυση σχετίζεται με μεγέθη «περιγράψιμα» και «μετρήσιμα», κατά την πλέον «Αμερικάνικη», θα μου επιτρέψετε, έννοια του όρου.
Είναι κατ’ εξοχήν ο χώρος όπου θα μπορούσαν να διεξαχθούν «μελέτες», υπό την έννοια των studies, της εμπειρικής, αγγλοσαξωνικής σχολής. Ας πούμε, studies σε παιδιά χωρισμένων ζευγαριών με αποκλειστική επιμέλεια, σε σχέση με παιδιά χωρισμένων ζευγαριών με κοινή ή μοιρασμένη επιμέλεια, για να δειχτεί με τρόπο «αντικειμενικό», δηλαδή με αντικειμενικά προσδιορισμένους δείκτες ευημερίας, ποιο σύστημα τελικά προκύπτει προς το «συμφέρον του τέκνου».
Ο Ευρωπαϊκός χώρος υφίσταται, αυτή τη στιγμή, μια οιονεί εισβολή τέτοιων μεθόδων, σχετικά ξένων προς την νοοτροπία του. Γίνεται όντως απόπειρα τυποποίησης της νομικής επιστήμης σε εμπειρικά, αγγλοσαξωνικά πρότυπα.
Θα ήταν λάθος επιλογή να επιχειρηθεί κάποια «αντίσταση» προς τα μεγέθη αυτά.
Στο κάτω-κάτω, στον Ευρωπαϊκό χώρο, πέρα από αμηχανία και αδυναμία διαχείρισης «μελετών» αυτής της υφής, υπάρχει και ΕΛΛΕΙΨΗ τέτοιων μελετών.
Αντίθετα, μια «δημιουργική αφομοίωσή»  τους προϋποθέτει την ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΟΥΣ ΕΝΤΑΞΗ. Και η έννοια της Παραδειγματικής ανάλυσης δίνει μια τέτοια δυνατότητα συστηματικής ένταξης.
(β) Ως «ανάλυση», η Παραδειγματική ανάλυση, δεν υποχρεούται να μείνει σε μια απλή «καταγραφή» ή «περιγραφή».
Η «ανάλυση» καθεαυτήν, είναι η πρόταση μιας θεωρίας, η οποία να ΕΞΗΓΕΙ γιατί το σύστημα λειτουργεί έτσι.
Γιατί, ας πούμε, το σύστημα, με την συγκεκριμένη δομή ερωτήσεων/απαντήσεων, αρνείται, ή αδυνατεί, να απαντήσει σ’ αυτά τα ζητήματα, γιατί στο συγκεκριμένο κοινωνικό σύστημα οι απαντήσεις του είναι λειτουργικές, καθώς και, βεβαίως, ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ για την εξέλιξή του στο μέλλον.
Ιδίως όσον αφορά τις ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ της, μια «θεωρία» επαληθεύεται ή διαψεύδεται – και αποδεικνύεται, έτσι, «θεωρία» άξια του ονόματός της.

1.7 Πρωτόκολλο Παραδειγματικής ανάλυσης
Η Γεωμετρία της Παραδειγματικής περιγραφής, μας υποβάλλει την δυνατότητα ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗΣ της Παραδειγματικής ανάλυσης. Εάν μια τέτοια ανάλυση είναι τυποποιήσιμη, μπορεί να προταθεί γι’ αυτήν κάποιο πρωτόκολλο.
Ένα τέτοιο πρωτόκολλο μπορεί να τυποποιηθεί στα εξής πέντε στοιχεία:
(1)    Γενική τοποθέτηση του Παραδείγματος, τόπος, χρόνος, γενικότερο κοινωνικό σύστημα, βασικές οργανωτικές έννοιες. Ιδίως: αντίθεση προς κάποιο προηγούμενο Παράδειγμα.
(2)    Λειτουργικές απαντήσεις.
(3)    Άρνηση απαντήσεων – «τυφλές κηλίδες του νου»
(4)    Επεξεργασία απαντήσεων / άλυτοι γρίφοι / ανακυκλούμενα προβλήματα / ενδεχόμενη κρίση.
(5)    Ενδεχόμενη ανάδυση άλλου Παραδείγματος – άλλων Παραδειγμάτων, που προτείνονται εις αντικατάσταση του παλιού.
Πρόκειται για «ερωτήματα», ή «ομάδες ερωτημάτων», τα οποία μπορούν να χρησιμεύσουν ως οδηγός, ως «μπούσουλας» κάθε Παραδειγματικής ανάλυσης: ΚΑΘΕ σύστημα μπορεί να υποβληθεί σε αυτή τη σειρά των ερωτημάτων, για να δούμε, πρώτον, αν είναι Παράδειγμα – μπορεί να μην είναι! – και δεύτερον, τα Παραδειγματικά του χαρακτηριστικά, το εύρος των δυνατοτήτων του, και τις προβλέψεις για την εξέλιξή του. 

1.8 Η αξία της Παραδειγματικής ανάλυσης σε έναν εξελισσόμενο κόσμο
ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΑ, η χρησιμότητα της Παραδειγματικής ανάλυσης, σ’ ένα ευρύτερο αναλυτικό μεθοδολογικό σχήμα, συνίσταται στον ορισμό του συστήματος – ας πούμε, του νομικού συστήματος – κατά τρόπο αρθρωτό.
Ένα νομικό σύστημα συνιστά ένα νομικό Παράδειγμα, όταν παρουσιάζει μια συστημικής τάξεως συνέπεια συμπεριφοράς. Παρουσιάζει, επίσης, έναν βαθμό ΡΕΥΣΤΟΤΗΤΑΣ.
Μέσα στο ίδιο Παράδειγμα είναι δυνατές οι συγκρίσεις εννοιών.
Μεταξύ διαφορετικών Παραδειγμάτων, οι έννοιες είναι ΑΣΥΜΒΑΤΕΣ – incommensurable.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Παραδειγματική ανάλυση ορίζει ΤΟ ΟΡΙΟ, ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΗ ΗΣΥΣΤΗΜΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ, ΕΠΕΙΔΗ ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΘΑ ΘΕΩΡΗΘΕΙ «ΤΑΥΤΟΝ».
Δύο διαφορετικά Παραδείγματα, θεωρούνται διαφορετικά συστήματα.
Μεταξύ διαφορετικών Παραδειγμάτων, είναι ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ.
Μέσα σε ένα και το αυτό Παράδειγμα, η ανάλυση – ας πούμε, η δογματική ανάλυση – είναι ΣΥΓΧΡΟΝΙΚΗ. ΠΑΡΑ την ρευστότητα, την ελαστικότητα και την πλαστικότητα που – φυσιολογικά –παρουσιάζει το σύστημα. Η ίδια η ρευστότητα, η ελαστικότητα, η πλαστικότητα, απ’ αυτή την άποψη, θα μπορούσαν να εξεταστούν ως συστηματικά στοιχεία, δηλαδή ως στοιχεία του ενός Παραδείγματος – ή του άλλου.
Γι’ αυτό, η πρώτη ανάλυση στην οποία υποβάλλονται συστήματα εν εξελίξει, είναι η Παραδειγματική. Αυτή μας εντάσσει το σύστημά μας στον χρόνο.


2 Δογματική ανάλυση
2.1 «Έμφυτος εις την νομικήν σκέψιν»: εισαγωγικές παρατηρήσεις στην έννοια του δόγματος και αναγνώριση οφειλής
Οφείλω την βασική ιδέα της «δογματικής ανάλυσης» σε μια εργασία του Καθηγητή κ. Νικολάου Ανδρουλάκη. «Είναι δυνατόν να εμπλουτισθεί το ποινικό δόγμα δι’ εγκληματολογικών δεδομένων;» Αναδημοσιευμένη στις «Ποινικές Μελέτες», του 1972. Ήμουν τυχερός να την έχω διαβάσει νωρίς, το 79-80, δηλαδή όταν είχα μπροστά μου τα περισσότερα μαθήματα της νομικής. Μαζί με τα αξεπέραστα δείγματα δογματικής παρουσίασης που συνιστούν το Ποινικό Δίκαιο και η Ποινική Δικονομία του ίδιου συγγραφέα.
Είναι στην εργασία του Ανδρουλάκη που οφείλω την βασική ιδέα ότι η νομική σκέψη είναι εγγενώς δογματική. Κατά την διατύπωσή του: «η δογματική τάσις είναι τρόπον τινά έμφυτος εις την νομικήν σκέψιν».

2.2 Εξήλθε δόγμα παρά Καίσαρος Αυγούστου: από την εξουσιαστική στην μεταφυσική, στην ιδέα και εν συνεχεία στην θεωρητική έννοια του δόγματος
Η αρχική εξουσιαστική σημασία της λέξης «δόγμα», επιβεβαιώνεται και γλωσσολογικά: η λέξη «δόγμα», όπως στον Λουκά 2, 1 «εξήλθε δόγμα παρά Καίσαρος Αυγούστου απογράφεσθαι πάσαν την οικουμένην», σημαίνει διαταγή, διάταγμα. Λόγο εξουσιαστικό, ο οποίος, όμως, έχει «εξέλθει», έχει αποσπαστεί από την αρχή του, και κυκλοφορεί αυτοτελώς, ως λόγος κύρους.
Εάν, εν συνεχεία, η πηγή του δόγματος μεταστή, από τον γήινο άρχοντα στον επουράνιο –
εφράσατο ευρύoπα Ζεύς – νόστον λυγρόν και στυγεράν οδόν
όπως θα’ λεγε ήδη ο Όμηρος – τότε το δόγμα γίνεται Αποκάλυψη, την οποία ο θνητός αντιλαμβάνεται μέσω των εκδηλώσεών της.
Βρισκόμαστε αρκετά κοντά, όχι μονάχα στην Χριστιανική αντίληψη του δόγματος – ως αποκάλυψης με «φυσικές» εκδηλώσεις – αλλά και σε μια θεωρία του δόγματος.
Στα νομικά, επί παραδείγματι, ο νόμος δεν είναι το δόγμα του «νομοθέτη», αλλά μια εκδήλωση της ιδέας της δικαιοσύνης – the idea of justice, κατά τον Αμάρτυα Σεν – όπως προκύπτει από μια «θεωρία της δικαιοσύνης» - a theory of justice, κατά τον Τζων Ρωλς.

2.3 Καθ’ υποφοράν: αντίκρουση δύο διαδεδομένων παρανοήσεων της έννοιας του δόγματος
Από την άλλη μεριά, η έννοια του «δόγματος» υπόκειται σε δύο παρανοήσεις – και ταυτόχρονα κακομεταχειρίσεις – συχνά «σε βαθμό κακουργήματος», θα έλεγα.
Η μία: το «δόγμα» ταυτίζεται με την άκαμπτη, αυθαίρετη, αρτηριοσκληρωτική σκέψη, την καθήλωση σε ξεπερασμένους και δυσλειτουργικούς κανόνες. Με τον τρόπο αυτό, η λέξη «δογματικός» χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον, ως όρος μιας ξύλινης πολιτικής γλώσσας.
Η άλλη παρανόηση, πιο θεωρητική όμως, συγχέει το «δόγμα» με την αξιωματική σκέψη, την αυστηρή λογική.
Παράλληλα, βέβαια, ο όρος «δόγμα» χρησιμοποιείται και ως έννοια της κριτικής, με θετικό τρόπο.
Πράγματι, η έννοια του «δόγματος», όπως εννοείται εδώ, δεν είναι ξένη στον αναλυτικό λόγο, και μάλιστα είναι πιο οικεία στην πολιτική, στην στρατηγική, ή στην οικονομία – όταν, ας πούμε, μιλάει κανείς για «δόγμα Μπους», ή «δόγμα προληπτικού πολέμου».
Εδώ, η δογματική ανάλυση αναπτύσσεται ως «μέθοδος», δηλαδή ως «γεωμετρία», ως «άλγεβρα» ή ως «γραμματική».
Ωστόσο, μπορεί κανείς να αναφερθεί σε μια «θεωρία», στην οποία η δογματική ανάλυση στηρίζεται.
Η δογματική οργάνωση ενός λειτουργικού συστήματος, απ’ αυτή την άποψη, αντιλαμβάνεται το δόγμα ως «οργανωτική αρχή», της οποίας ορισμένα στοιχεία είναι ΣΧΕΤΙΚΑ πιο σταθερά, και ορισμένα ΣΧΕΤΙΚΑ πιο μεταβλητά. Η ΣΧΕΤΙΚΗ ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑ ορισμένων στοιχείων θεωρούνται, στην περίπτωση αυτή, ως προϊόν της ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ της οργάνωσης, στην οποία ανήκει και η ανάγκη ΑΥΤΟ-ΑΝΑΦΟΡΑΣ.

2.4 Ξεκινώντας από την διάκριση του Λούμαν ανάμεσα σε «δογματική» και «θεωρία» του νομικού συστήματος
Ο μεγάλος Γερμανός θεωρητικός του δικαίου Νίκλας Λούμαν ήταν και νομικός, και κοινωνιολόγος- και, όσον αφορά την νομική, πρότεινε μια ενδιαφέρουσα διάκριση ανάμεσα στην «δογματική» και στην «θεωρία».
Εν συνόψει, για τον Λούμαν, η «δογματική» είναι το ζύμωμα, η επεξεργασία των πρωτογενών δεδομένων του συστήματος – ας πούμε, για την νομική, νόμων και νομολογίας – με σκοπό την οργάνωσή τους και την δημιουργία προτάσεων, οι οποίες έχουν την αξίωση εφαρμογής τους μέσα στο σύστημα.
Σε αντίθεση, η «θεωρία» είναι η επεξεργασία των δεδομένων του συστήματος, ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΜΕΝΗ από την αξίωση εφαρμογής των πορισμάτων του συστήματος μέσα στο σύστημα. Επομένως, στο πεδίο της «θεωρίας», ο στοχασμός θυσιάζει την απαίτηση εφαρμογής μέσα στο σύστημα, με αντάλλαγμα την απόλυτη ελευθερία του.
Η διάκριση αυτή του Λούμαν μεταφέρεται, ως «μέθοδος», στην εξής ορολογία:
- «Δογματική» είναι η ενσωματωμένη λειτουργία του συστήματος (έστω: ενός νομικού συστήματος), μέσω της οποίας το σύστημα επεξεργάζεται τις προτάσεις του, προκειμένου να παραγάγει άλλες προτάσεις, για την εφαρμογή τους εντός ή εκτός του συστήματος, αλλά πάντα «στο όνομα του συστήματος».
- «Δογματική ανάλυση» είναι η κριτική εξέταση της δογματικής του συστήματος, όταν διατηρείς ως προς το σύστημα αυτό θέσης εξωτερικού παρατηρητή (είτε προς συγκεκριμένο «αρχιμήδειο» σημείο αναφοράς είτε χωρίς να έχει προσδιοριστεί τέτοιο), με την ταυτόχρονη – αλλά αναγκαία – παραίτηση από την αξίωση παραγωγής προτάσεων εφαρμόσιμων «στο όνομα του συστήματος».

2.5 Η σχέση μεταξύ «δογματικής» και «θεωρίας» ως διαλεκτική  
Αν αυτή είναι η βασική διάκριση, θα παρατηρηθεί αμέσως ότι, μεταξύ «δογματικής» και «δογματικής ανάλυσης» - ως Λουμάνειας «θεωρίας» - αναπτύσσεται μια κατεξοχήν «διαλεκτική» σχέση.
Στην οποία κάποιος Εγελιανός – ας πούμε ο κ. Γιακουμής – θα μπορούσε να πει  πολύ περισσότερα απ’ όσα εγώ.
Ειδικότερα: καμία δογματική δεν λέει «είμαι δογματική, συστημικού και μόνον κύρους». Διεκδικεί – και αντιποιείται – το κύρος «θεωρίας», καθολικότητας, universalitatis.
Από την άλλη μεριά, η «δογματική ανάλυση» δεν υπάρχει λόγος να νοηθεί ότι τηρεί την «ψυχαναλυτική» έως «ψυχιατρική» απόσταση της «Παραδειγματικής ανάλυσης».
Η δογματική ανάλυση ΠΡΟΣΟΜΟΙΩΝΕΙ το δογματικό σύστημα, ως σύστημα, ιδίως, «αξιών». ΓΙΝΕΤΑΙ, τρόπον τινά, αυτό το οποίο εξετάζει. Βρίσκει, ας πούμε, λάθη στην δογματική, και μπαίνει στον πειρασμό να προτείνει διόρθωσή τους.
Συνεπώς, «δογματική» και «δογματική ανάλυση» συναντιώνται – όπως, ας πούμε, ο Λώρενς της Αραβίας, Άγγλος αξιωματικός, για να συναντηθεί με τους Άραβες, φόρεσε αραβική φορεσιά, ασκήθηκε στο να περπατάει ξυπόλυτος στην καφτή άμμο, και έμαθε αραβικά, αποστηθίζοντας τσιτάτα του κορανίου, ταξιδεύοντας ανάμεσα σε Αραβικούς πληθυσμούς, έτσι που να τον περνάνε για Άραβα.
Εν τέλει, όμως,, μετά την συνάντησή τους – μια συνάντηση «γνώσεως», κατά την βιβλική έννοια – «και Δαυίδ ουκ έγνω αυτήν» - την Αβισάγ την Σουλαμίτιν, συγκεκριμένα – η καθεμία σκέψη επιστρέφει εκεί όπου ανήκει: η δογματική στο δόγμα, και η ανάλυση στην θεωρία.
Οι άραβες στην Αραβία, και ο Λώρενς της Αραβίας την Αγγλία, όπου σκοτώθηκε σ’ ένα ατύχημα μοτοσικλέτας το 1935.

2.6 Διακρίσεις: ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ από ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ, ΕΡΜΗΝΕΙΑ από ΕΞΗΓΗΣΗ
Η ΟΣΜΩΣΗ αυτή μεταξύ θεωρίας και δογματικής είναι που δίνει στην πρώτη τον ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΟ της χαρακτήρα.
Και υπ’ αυτή την έννοια, η ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ διαφέρει από την ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ, και η ΕΡΜΗΝΕΙΑ διαφέρει από την ΕΞΗΓΗΣΗ.
Η ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ προϋποθέτει μια ΠΡΟΣΟΜΟΙΩΣΗ, δηλαδή μια προσέγγιση, προσέγγιση καθολική και εμπαθητική, μια «κάθοδο», όπως στην λειτουργική φράση: «και πάλιν ΚΑΤΕΝΟΗΣΑ εν τοις μνήμασι».
Η ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ, αντίθετα, αρκείται στην απόσταση. Δεν πλησιάζει, από τον φόβο μην ο παρατηρητής, ως σύστημα, αλλοιώσει το παρατηρούμενο.
Η ΕΞΗΓΗΣΗ προϋποθέτει την αντικειμενικότητα της ΠΕΡΙΓΡΑΦΗΣ. Γι’ αυτό και το πεδίο της είναι περιορισμένο, σ’ ό,τι περιγράφεται, ας πούμε σ’ ό,τι μετριέται.
Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ, αντίθετα, προϋποθέτει την ΠΡΟΣΟΜΟΙΩΣΗ, ακόμα μια προηγούμενη ταύτιση, της ΚΑΤΑΝΟΗΣΗΣ.
Αντίθετα, η ερμηνεία δεν προϋποθέτει μετρήσιμα συστήματα. Γι’ αυτό  μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε σύστημα σκέψης, είτε νοησιοκρατικό, είτε αξιολογικό – όπως κατ’ εξοχήν το νομικό σύστημα – είτε με εικόνες και συναισθήματα, όπως, ας πούμε, η ποίηση, είτε συμβολικό γενικά, όπως, ας πούμε, η μυθολογία και η γλώσσα.
Τα σύμβολα δεν μετρώνται. ΕΡΜΗΝΕΥΟΝΤΑΙ, με βάση το αξίωμα του Ηρακλείτου ότι ούτε δείχνουν, ούτε κρύπτουν: ΣΗΜΑΙΝΟΥΝ.

2.7 Η διπλή λειτουργία της δογματικής παραγωγής προτάσεων: λειτουργία και συγκρότηση του δόγματος
Στο πλαίσιο αυτό, η σημασία της «δογματικής» ενός συστήματος έγκειται στην «ταυτόχρονη» διπλή του λειτουργία».
(α) Αφενός μεν επεξεργάζεται, συστηματοποιεί σε ένα οικονομικό σχήμα τα στοιχεία του συστήματος – και τον εαυτό της, ανάμεσά τους – έτσι ώστε να καθίσταται λειτουργικό – και στοιχείο της λειτουργίας του είναι η παραγωγή κάθε φορά, AD HOC, προτάσεων, και
(β) Αφετέρου, αφενός επεξεργάζεται, αφετέρου διαμορφώνει και επιβεβαιώνει σε κάθε παραγωγή της, τρεις βασικές συστημικές διακρίσεις:
- Την διάκριση του μέρους προς το όλο, λ.χ. του ατόμου μιας ομάδας προς την ομάδα στην οποία ανήκει
- Την διάκριση μέσα-έξω, ας πούμε της ομάδας προς το περιβάλλον της και
- Την διάκριση ταυτόν – έτερον, δηλαδή πότε το σύστημα θα αναγνωρίζεται ως «ταυτόν», πότε ένα στοιχείο ως «δικό του», και πότε, αντίστοιχα, θα ορίζει κάτι ως «έτερον», και το στοιχείο ως «οθνείο», «ξένο».

2.8 Πόρισμα: ένα δόγμα κατοπτρίζεται στην δογματική του
ΟΡΙΖΟΥΜΕ ως δόγμα, ένα σύστημα εξοπλισμένο με μια δογματική.
Συστήματα χωρίς δογματική, δεν θεωρούνται δόγματα.
Ένα πόρισμα των όσων προηγήθηκαν: εάν το συνολικό δόγμα κατοπτρίζεται στην δογματική του, αφού η δογματική ορίζει τι είναι δογματικό και τι δεν είναι, κάποιος, εξετάζοντας την δογματική, αναλύει το δόγμα, του οποίου η δογματική αποτελεί στοιχείο.
Στην δογματική ενός νομικού συστήματος, δηλαδή, δεν κατοπτρίζονται μόνο «κανόνες», όπως θα φαινόταν επιφανειακά: κατοπτρίζονται «και τα κτίρια», και οι δικαστές, και η γραφειοκρατία που παράγει το πρωτογενές νομικό υλικό.  

2.9 Σχηματική παράσταση ενός δόγματος
Συνοπτικά, συνεπώς, η δογματική ανάλυση οργανώνεται στο παρακάτω σχήμα:



σχήμα 3.                     Τυπική δομή ενός δόγματος, όπως κατοπτρίζεται στην «δογματική» του
Στο σχήμα αυτό, οι «πρώτες» προτάσεις, είναι αυτές που δεν παράγονται από άλλες μέσα στο σύστημα. Θεωρούνται δεδομένες και, «τυπικά» τουλάχιστον, παράγουν όλες τις άλλες.
Οι πρώτες προτάσεις αυτές, στην ουσία, ανήκουν σε ένα άλλο σύστημα – όχι κατ’ ανάγκην δόγμα. Ας πούμε, ένας μονοθεϊσμός ΚΑΤΑΝΟΕΙΤΑΙ ως αντίθεση σε έναν πολυθεϊσμό. Μια δημοκρατία, σ’ ένα τριπλό σύστημα δημοκρατία / αριστοκρατία / βασιλεία, ή, αντίστοιχα, οχλοκρατία / ολιγαρχία / τυραννίδα.
Ωστόσο, στο ίδιο το σύστημα, είναι η «δημοκρατία» που τίθεται – έστω – ως πρώτη αρχή. Κατ’ αυτό, αποτελεί την «μεταφυσική» του συστήματος. Ο λογισμός με τον οποίο ανακηρύσσεται το άριστο των πολιτευμάτων είναι ένας δογματικός λογισμός, ο οποίος, στο βάθος-βάθος, προϋποθέτει την δημοκρατία ως βέλτιστο πολίτευμα, παράγεται από εκείνη μάλλον, παρά την παράγει. Η αξίωση της δημοκρατίας να «παράγεται» μέσω ενός «δημοκρατικού» λογισμού, συνιστά την αξίωση της δογματικής σε καθολικό, «θεωρητικό» κύρος.
Οι ενδιάμεσες προτάσεις είναι χαρακτηριστικές στο σύστημα, και παράγονται στο τυπικό δυαδικό σχήμα που αναλύει ο κύριος Μπέης, στην θεωρία του δεδικασμένου: ούτε το αιτιολογικό μόνο του δημιουργεί δεδικασμένο, ούτε το διατακτικό, αλλά το διατεταγμένο ζεύγος των δυο τους, αιτιολογικού και διατακτικού.
Μπορείτε να τις σκεφτείτε σε αλλεπάλληλες βαθμίδες, αλυσσίδες παραγωγής, η μια να παράγει την άλλη.
Στο τέλος, πρέπει να καταλήγουν σε μια πρακτική εφαρμογή. Σε μια πράξη.
Η «πράξη» είναι η έξοδος του δόγματος στον «υλικό κόσμο», αλλά και στον συμβολικό, κόσμο, και θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «επιπτώσεις της λειτουργίας του δόγματος στο σύστημα στο οποίο εντάσσεται», ή «σε άλλα συστήματα».
Ας πούμε, οι επιπτώσεις της λειτουργίας του οικογενειακού δικαίου – ως συστήματος – στους συγκεκριμένους διαδίκους – υπό την όψη τους ως ατόμων – στο οικογενειακό σύστημα – υπό την όψη του ως διαλυμένης κοινωνικής ομάδας – στον θεσμό της οικογένειας.
Χωρίς πρακτικές εφαρμογές, ένα δόγμα δεν είναι δόγμα. Είναι μία θεωρία.
*  *  *
2.10 Ειδικότερες παρατηρήσεις
Ορισμένες σύντομες παρατηρήσεις, προς μια σκιαγράφηση της «ιδέας» του δόγματος.

2.10.1 Γραμμική έναντι κυκλικής δομής δογματικών συναγωγών
Το δόγμα, σε μια πρώτη προσέγγισή του, φαίνεται γραμμικό. Δηλαδή προχωρεί από την ανώτερή του αρχή – την «μεταφυσική» του, ακόμα κι αν αυτή η μεταφυσική είναι ένας υλισμός, ή ένας πραγματισμός, ή ένας σχετικισμός – προς την πρακτική του συνέπεια.
Στην πραγματικότητα, κάθε δογματική παραγωγή έχει μιαν «επιστροφή».
Επί παραδείγματι, δεν είναι μόνο ο Θεός που δημιούργησε τον κόσμο. Είναι και ΟΙ ΟΥΡΑΝΟΙ, οι οποίοι διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ, ποίησιν δὲ χειρῶν αὐτοῦ ἀναγγέλλει τὸ στερέωμα.
Έτσι, στο πλαίσιο μιας δογματικής ιεραρχίας, το κατώτερο ιεραρχικά δόγμα, όχι μόνον «παράγεται» από το ανώτερο, αλλά και «επιστρέφει» σ’ αυτό, κατά το σχήμα:





σχήμα 4.                     Κυκλική δομή της δογματικής παραγωγής

Δυνάμει της «επιστροφής» αυτής, κάθε δογματική παραγωγή λαμβάνει «κυκλική» μορφή.
Δεν πρόκειται για «λογικό», ή «φαύλο» κύκλο.
Πρόκειται για μορφή δυναμική. Ας πούμε, μορφή «ερμηνευτικού κύκλου». Αν θέλετε ενός «κύκλου Καρνό» (είναι ο θερμοδυναμικός κύκλος, δυνάμει του οποίου δουλεύουν, ας πούμε, οι θερμικές μηχανές, εσωτερικής και εξωτερικής καύσεως).
Το σχήμα του δόγματος, λαμβανομένων υπόψη των κύκλων των «επιστροφών»,
 






 σχήμα 5.                     Κυκλική υφή της συνολικής δογματικής δομής

2.10.2 Διαρκής μετάβαση εις άλλο γένος.
Όντας μια «διαρκής» μετάβαση από μια μεταφυσική αρχή σε μια πρακτική εφαρμογή, ένα δόγμα είναι μια διαρκής μετάβαση εις άλλο γένος.
Το αφετηριακό σε μια δογματική παραγωγή δεν είναι απλώς, ας πούμε, «γενικότερο» από την παραγωγή του. Είναι «άλλο γένος».

2.10.3 Δογματικοί μηχανισμοί παραγωγής – σε αντίθεση με τους «λογικούς» μηχανισμούς παραγωγής ενός αξιωματικού συστήματος
Ακριβώς λόγω του ότι μεταβαίνει διαρκώς «εις άλλο γένος», το δόγμα δεν χρησιμοποιεί μηχανισμούς τάξεως «λογικού» (rational) κατά την παραγωγή του, αλλά «ευλόγου» (reasonable).
To «εύλογο» είναι μια μορφή «αναλογικότητας», και θα μπορούσε να αναλυθεί σε τρεις ειδικότερους μηχανισμούς:
- την ιεραρχία,
- την αναλογία, ή αναλογικότητα και
- την σχετική ομοιογένεια.
Ο καθένας από τους μηχανισμούς αυτούς ορίζει όχι «σημείο» παραγωγής, αλλά «περιοχή». Μέσα στην «περιοχή» αυτή, η δογματική παραγωγή έχει πάντα ένα «πρώτο» στοιχείο – για να το πω αλλιώς: «αυθαίρετο».

2.10.4  Σχετικότητα του εύρους του «δόγματος», «επιμέρους δόγμα» και αγγλοσαξωνικό doctrine
Λόγω της «σχετικής ομοιογένειας», κάθε δόγμα θα μπορούσε να αναλυθεί σε επιμέρους δόγματα.
Ένα «επιμέρους δόγμα» είναι μια δογματική περιοχή στην οποία ισχύουν ορισμένες αρχές, έτσι ώστε η περιοχή να έχει μια μεγαλύτερη ομοιογένεια – και «αυτονομία» - σε σχέση με τις άλλες περιοχές του δόγματος.
Έτσι, ας πούμε, το ποινικό δόγμα είναι ένα «επιμέρους δόγμα» μέσα στην έννομη τάξη.
Μέσα στο κάθε δόγμα, η ανάλυση θα μπορούσε να οδηγήσει σε μικρότερα δόγματα, μέχρι, ας πούμε, μια «γενική αρχή», όπως θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, επί παραδείγματι, η «κατάχρηση δικαιώματος». Η «γενική αρχή», η ίδια, δεν συμπίπτει με τους κανόνες. Βρίσκεται διατυπωμένη στους κανόνες, «υλοποιείται» μέσω αυτών, αλλά είναι ένα ιεραρχικό επίπεδο παραπάνω.
Και – σημειωτέον – συμπίπτει με το αγγλοσαξωνικό νομικό doctrine.
Είναι μια άποψη αυτή, από την οποία η θεωρία που αναπτύσσεται εδώ μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την κοινή ανάλυση κεντροευρωπαϊκών, αγγλοσαξωνικών και μικτών νομικών δογμάτων.
Στο σημείο αυτό θα επανέλθω.

2.10.5 «Δογματική ιεραρχία vs. θεωρητική – «αναλυτική» -ιεραρχία»
Παραπάνω, τονίσαμε την διάκριση της «δογματικής» από την «δογματική ανάλυση».
Πράγματι, εάν οι συναγωγές – ας πούμε, τα αιτιολογικά των δικαστικών αποφάσεων – αποτελούν «ενσωματωμένα» στοιχεία του δόγματος, αυτά διατυπώνουν ιεραρχικές σχέσεις. Οι ιεραρχικές αυτές σχέσεις αποτελούν στοιχεία της «δογματικής». Αλλά η «δογματική ανάλυση» μπορεί να θεωρήσει μιαν άλλη ιεραρχία – ενδεχομένως την αντίστροφη – ως την «πραγματική».



σχήμα 6.   Το ζήτημα της «πραγματικής» δογματικής ιεραρχίας: δογματική έναντι θεωρητικής ιεραρχικής διάταξης

Ας πούμε – από το οικογενειακό δίκαιο – εάν η υπέρτατη αρχή – η «μεταφυσική» του νεότερου οικογενειακού δικαίου – είναι το «συμφέρον του τέκνου», τότε η «αποκλειστική ανάθεση της επιμέλειας» (ως πρακτική εφαρμογή) παράγεται απ’ αυτήν, ιεραρχικά ,κατά το σχήμα:
Αυτό είναι η «δογματική». Η δογματική ανάλυση, όμως, μπορεί να καταλήξει ότι η «πραγματική» ιεραρχία είναι διαφορετικό. Ότι, δηλαδή, η «πραγματική» ανώτατη αρχή είναι ο ακραίος φιλελευθερισμός.
Ο ακραίος φιλελευθερισμός, στο οικογενειακό δίκαιο, απαιτεί έναν τρόπο επίλυσης των διαφορών ο οποίος αφενός διασφαλίζει την μέγιστη ανεξαρτησία των γονιών, του ενός από τον άλλον, και αφετέρου την ελάχιστη ανάμιξη του κράτους.
Τέτοια εκδοχή του φιλελευθερισμού οδηγεί μονοσήμαντα στην μονογονεϊκή επιμέλεια. Κάθε μορφή, λ.χ. μοιρασμένης επιμέλειας, ή κοινής, θα δέσμευε και τους δύο γονείς μεταξύ τους, και θα ενέπλεκε το Κράτος στο να επιλύει τις διαφορές τους κατά την κοινή άσκηση της επιμέλειας
Το «συμφέρον του τέκνου» είναι η μόνη αρχή η οποία θα μπορούσε να δικαιολογήσει έναν «λανθάνοντα» κανόνα μονογονεϊκής επιμέλειας. Είναι, δηλαδή, μια «έννοια-βιτρίνα» ενός άλλου κανόνα, αυτού της «μονογονεϊκής επιμέλειας» ο οποίος είναι και ο «ουσιαστικός».
Όμως, εδώ βλέπετε ότι η «δογματική ανάλυση» έχει αμφισβητήσει την δογματική κατασκευή, και έχει καταλήξει σε μια κατασκευή την οποία, το σημερινό δόγμα δεν μπορεί να δεχτεί ΠΟΤΕ, ή, τουλάχιστον, δεν μπορεί να την δεχτεί, χωρίς να γίνει ένα ΑΛΛΟ δόγμα.
Έτσι, έχετε ένα απτό παράδειγμα της διαφοράς της «δογματικής» από την «δογματική ανάλυση».

2.11 Πρωτόκολλο δογματικής ανάλυσης
Όπως και στην Παραδειγματική ανάλυση, η δογματική μπορεί να «τυποποιηθεί» - και η τυποποίηση είναι υλοποίηση και προώθηση μιας ελευθερίας – σε ένα «πρωτόκολλο», δηλαδή έναν κατάλογο ερωτημάτων που μπορεί να τεθεί, να «απευθυνθεί», ή/και να «κατευθυνθεί», σε ένα δόγμα.
Στον ακόλουθο κατάλογο ερωτημάτων επεξεργάστηκα ορισμένες διακρίσεις από την εργασία του Καθηγητή κ. Ανδρουλάκη για το ποινικό δόγμα.
Μια τέτοια τυποποίηση μπορεί να πάρει την εξής μορφή:
(1) Προ-δογματική φιλοσοφική θεμελίωση: η μεταφυσική, δηλαδή, του δόγματος.
(2) Οι ανώτατες αρχές του δόγματος, που είναι μια πρώτη «μετάβαση εις άλλο γένος»: η μετατροπή της προ-δογματικής φιλοσοφικής θεμελίωσης σε κανόνες.
(3) Μια μεθοδολογία, η οποία εξετάζει τους μηχανισμούς δογματικής παραγωγής.
(4) Ένα «Γενικό μέρος» του δόγματος, δηλαδή οι γενικές αρχές, οι κανόνες που εφαρμόζονται σ’ όλη την δογματική περιοχή.
(5) Ένα «ειδικό μέρος», που εξετάζει τα επιμέρους δόγματα, τόσο ως προς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του καθενός – λ.χ. τους κανόνες που εφαρμόζονται ειδικά σ’ εκείνη την δογματική περιοχή – όσο και τις μεταξύ τους σχέσεις, την μεταξύ τους τοπογραφία.

2.12 Αίτημα της αντιστοιχίας δόγματος-Παραδείγματος
Εδώ θα επανέλθουμε στην αφετηρία της μεθοδολογίας μας: για ένα και το αυτό νομικό σύστημα, έχουμε δώσει δύο αναλύσεις. Την Παραδειγματική – με το δικό της πρωτόκολλο – και την δογματική – με το δικό της πρωτόκολλο.
Και έχουμε πει ότι, η κάθε ανάλυση θα ολοκληρωθεί ΚΑΘΕΑΥΤΗΝ ως όλον, ενόψει και του ότι στηρίζονται σε διαφορετικές αρχές: ΠΕΡΙΓΡΑΦΙΚΗ/ΕΞΗΓΗΤΙΚΗ το Παράδειγμα, ΚΑΤΑΝΟΗΤΙΚΗ/ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ το δόγμα.
Τα δύο όλα, όμως, αφορούν το ίδιο σύστημα. Πρέπει, συνεπώς, να συσχετίζονται. Αν θεωρήσουμε ότι το Παράδειγμα αφορά την εξωτερική όψη του νομικού συστήματος και το δόγμα την εσωτερική, η συσχέτισή τους μπορεί να λάβει την παρακάτω μορφή:








σχήμα 7.                     Συνδυασμένη απεικόνιση της ανάλυσης της Παραδειγματικής και της δογματικής όψης ενός συστήματος

Προσέξτε: Η ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΗΣΗ, αν και φαίνεται κάτι ΠΡΟΦΑΝΕΣ, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ προφανές.
Πρέπει να τεθεί ως ΑΙΤΗΜΑ. Όπως το Ευκλείδειο αίτημα των παραλλήλων, που ορίζει και την ευκλείδεια γεωμετρία – την γεωμετρία, αν θέλετε, της Νευτώνειας μηχανικής.
Θα μπορούσε να διατυπωθεί ως εξής: τόσο το Παράδειγμα, όσο και το δόγμα, βρίσκονται σε ρευστή κατάσταση και κατάσταση εξέλιξης. Όταν, όμως, το δόγμα υφίσταται σοβαρές δομικές ανακατατάξεις, δηλαδή δογματική αλλαγή, αντικατάσταση δόγματος, τότε οδηγούμαστε σε διαφορετικό Παράδειγμα. Και αντιστρόφως, μια Παραδειγματική αλλαγή σημαίνει ότι έχουμε και αλλαγή δόγματος.
Το «αίτημα» αυτό δεν είναι προφανές. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι δύο διαφορετικά δόγματα μπορούν να λειτουργήσουν Παραδειγματικά κατά τον ίδιο τρόπο, ή ότι μπορεί να έχεις Παραδειγματική αλλαγή χωρίς να αλλάξεις το δόγμα.
Το «αίτημα της αντιστοιχίας» υποβάλλει, αντίθετα, ότι, αν θέλεις Παραδειγματική αλλαγή, πρέπει να αλλάξεις το δόγμα.

2.12.1 Μια εφαρμογή: Κεντροευρωπαϊκή vs Αγγλοσαξωνική μεθοδολογία.
Μια εφαρμογή του αιτήματος της αντιστοιχίας προκύπτει αμέσως στο διαδογματικό – και ιδιαίτερα στο συγκριτικό, ή στο διεθνές – πεδίο.
Εάν, όπως είδαμε, η Παραδειγματική ανάλυση εκφράζει μια «περιγραφική», «μετρήσιμη», «εμπειριστική», «πραγματιστική» προσέγγιση του συστήματος, η δογματική ανάλυση εκφράζει, αντίθετα, την εννοιολογική, αξιολογική, συστηματική και δομιστική προσέγγιση.
Εάν η πρώτη εκφράζει περισσότερο την Αγγλοσαξωνική μέθοδο, η δεύτερη είναι περισσότερο Κεντροευρωπαϊκή, ή μέθοδο των κωδικοποιημένων δικαίων – ας πούμε, Γερμανική, ή Γαλλική – και Ελληνική, βέβαια, εφόσον κι εμείς ανήκουμε στην ίδια δογματική οικογένεια.
Το αίτημα της αντιστοιχίας συνδέει τα δύο δόγματα – τις δύο παραδόσεις.
Λέει ότι το νομικό σύστημα επιδέχεται διπλή ανάλυση – και ότι οι αναλύσεις αυτές μπορεί και πρέπει να συσχετιστούν μεταξύ τους.
Με τον τρόπο αυτό, συσχετίζει δύο μεθοδολογικές κατευθύνσεις – οι οποίες μπορούν να αναπτυχθούν στο πλαίσιο ενός ενιαίου, πλέον, «λόγου περί μεθόδου».
*  *  *


3. Διοικητική ανάλυση
Στο τριμερές σχήμα που προτείνω, η «διοικητική» ανάλυση αντιπροσωπεύει την ΡΥΘΜΙΣΤΙΚΗ διάσταση του συστήματος. Του νομικού, ή και κάθε συστήματος.
Ολοκληρώνεται, έτσι, η τριάδα Περιγραφή (Παραδειγματική ανάλυση), ερμηνεία (δογματική ανάλυση), ρύθμιση (διοικητική ανάλυση).

3.1 Η «διοίκηση» ως «διοίκηση πράγματος»
Η βασική ιδέα, όσον αφορά την «ρύθμιση», είναι ότι «ρύθμιση» δεν είναι λειτουργία καθεαυτήν. Είναι «ρύθμιση πράγματος», δηλαδή ενός «αντικειμένου».
Συνεπώς, η ρύθμιση είναι ΔΙΟΙΚΗΣΗ, νοούμενη όχι «καθεαυτήν» αλλά ως «διοίκηση πράγματος». «Πράγμα» από το πράξις, «πρήξις», Ομηρικά, η υπόθεση.
Πρήξις δ’ ήδ ιδίη, ου δήμιος, ήν αγορεύω (γ΄ 82)
Η διοίκηση είναι η διάδραση του συστήματος της διοίκησης με το αντικείμενο της διοίκησης, σε ένα κυκλικό σχήμα. Τρόπον τινά, η ελεγχόμενη – η κατευθυνόμενη – σχέση του συστήματος με την εξωτερική πραγματικότητα, έτσι ώστε να επιτευχθεί ένα επιθυμητό αποτέλεσμα.





Η διάδραση αυτή είναι κυκλικής μορφής:



 


σχήμα 8.                     Κυκλική δομή της διάδρασης της διοίκησης με το αντικείμενό της



Και, ως «κυβερνητικό» σχήμα, μπορεί να παρασταθεί έτσι:
 






σχήμα 9.                     Κυβερνητική» παράσταση της «διοίκησης» ως «διοίκησης πράγματος»

Ορολογικά, υπάρχει μία σύγχυση, γιατί «διοίκηση» (και στα νομικά) μπορεί να σημαίνει το σύστημα που διοικεί («οργανική» έννοια), δηλαδή την διοικητική γραφειοκρατία, μπορεί και την δραστηριότητα της διοίκησης («λειτουργική» έννοια).
Η διοίκηση είναι, συνεπώς, εξ ορισμού, μια «εμπειρική» διαδικασία. Μια διαδικασία, για να χρησιμοποιήσω Καντιανή ορολογία, a posteriori, σε αντίθεση με την «καθαρή από εμπειρία», η οποία χαρακτηρίζεται a priori.

3.3 Το διοικητικό δόγμα (και το διοικητικό Παράδειγμα)
Τώρα, μια «διοίκηση», κατά την άσκησή της, σε μια διαρκή βάση, τείνει να απομονώνει ορισμένα χαρακτηριστικά: να ΤΥΠΟΠΟΙΕΙΤΑΙ, για λόγους οικονομίας της δράσης της.
Η οικονομία είναι: «ποιες αποφάσεις είναι δοσμένες εκ των προτέρων και για όλο το σύστημα – ποιες λαμβάνονται επί τόπου, και κατά τις περιστάσεις».
Με τον τρόπο αυτό, δημιουργείται ένα «διοικητικό δόγμα», το οποίο μπορείς να ερμηνεύσεις, ακριβώς όπως ερμηνεύεις και το νομικό. Ένα «πολιτικό δόγμα», ας πούμε το «Δόγμα Μονρόε», ή το δόγμα «νόμος και τάξη», ένα «οικονομικό» δόγμα, ένα «στρατηγικό» δόγμα, όπως το «δόγμα Μπους», ή το δόγμα του «κεραυνοβόλου πολέμου», συνιστούν τέτοιες τυποποιήσεις, δογματικής δομής.
Το δόγμα μένει το ίδιο όσο γίνονται δεκτές οι ίδιες ανώτατες αρχές, αλλάζει (κατά κανόνα) όταν αυτές αλλάζουν. Όχι τόσο επειδή το δόγμα παράγεται «αναγκαία» από τις ανώτατες αρχές του – είδαμε ότι κάθε δογματική παραγωγή έχει μια διάσταση αυθαιρεσίας – όσο γιατί δύσκολα θα άλλαζε κάποιος τις ανώτατες αρχές του αν δεν ήταν να αλλάξει δόγμα.
Στο βαθμό που το διοικητικό δόγμα παρουσιάζει κανονικότητα συμπεριφοράς – και αυτό εκφράζει το «αίτημα της αντιστοιχίας δόγματος-Παραδείγματος», μπορεί να αναλυθεί ως «διοικητικό Παράδειγμα».
Διοικητικό δόγμα και Διοικητικό Παράδειγμα συνδέονται μεταξύ τους με ένα «αίτημα αντιστοιχίας».  

3.4 Τυπική δομή του διοικητικού δόγματος: διοίκηση υπό ευρεία έννοια, διοίκηση υπό στενή έννοια
Τώρα, αν εισέλθουμε στην διαδικασία αυτή της τυποποίησης του διοικητικού δόγματος, θα παρατηρήσουμε ορισμένα τυπικά χαρακτηριστικά οργάνωσης, πάντα κατά τον νόμο της οικονομίας, και αυτά συνίστανται:
(α) Στην απομόνωση ενός ΚΑΝΟΝΙΣΤΙΚΟΥ, δηλαδή ΝΟΜΙΚΟΥ τομέα, ο οποίος τυποποιεί και, ταυτόχρονα, επισημοποιεί, ορισμένες συστηματικές δομές. Κατά γενικό τρόπο, το «κανονιστικό» πλαίσιο, τυποποιεί τις τρεις όψεις της δογματικής λειτουργίας: σχέσεις όλου-μερών, σχέσεις συστήματος-περιβάλλοντός του, ταυτότητα συστήματος. Έχει, δηλαδή, δογματική δομή.
(β) Στην απομόνωση ενός ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ, ή δικαιοδοτικού, ή οιονεί δικαστικού συστήματος επίλυσης αμφισβητήσεων και διαφορών, δηλαδή ερμηνείας και εφαρμογής του, γενικού και αφηρημένου, κανονιστικού τομέα στην συστημική πράξη. Το δικαστικό σύστημα ενσωματώνει, συνεπώς, το κανονιστικό στο σύστημα της συνολικής διοίκησης.
(γ) Πάντοτε μένει ένας τομέας, ο οποίος, σε αλληλεπίδραση με το κανονιστικό και το δικαιοδοτικό, στοχεύει σε υλοποιήσεις. Αυτός θα χαρακτηριστεί «διοίκηση υπό στενή έννοια».
Έτσι, ήδη διακρίναμε δύο έννοιες της διοίκησης, την «ευρεία» και την «στενή», κατά το σχήμα:
 








σχήμα 10.                 Διαφορετικά επίπεδα ορισμού της «διοίκησης» (υπό ευρεία και υπό στενότερη έννοια) σε σχέση με τους «κανονιστικούς» και «δικαστικούς» παράγοντες
Η «διοίκηση», συνεπώς, τόσο υπό ευρεία όσο και υπό  στενή έννοια, διακρίνεται – ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΚΑ – από το «κανονιστικό» μέρος και το «δικαιοδοτικό», με δύο, κυρίως, κριτήρια:
- Η διοίκηση είναι μια διαδικασία a posteriori, ενώ η κανονιστική είναι a priori – η πρώτη λόγω της διάδρασής της με την εμπειρία, με την πράξη, η δεύτερη λόγω της δομής του κανόνα: «εάν – τότε». Η δικαιοδοτική συνδέει τα δύο αυτά γένη, και αποτελεί μέρος του νομικού δόγματος του συστήματος.
- Η διοίκηση είναι μια διαδικασία «συνεχής», ενώ ο κανονισμός, ή η δικαιοδοσία, είναι «στιγμιαίες». Ο νόμος τίθεται «εφάπαξ», ακόμα κι αν πρόκειται να αλλάξει το ίδιο λεπτό. Η δικαστική απόφαση εκδίδεται «εφάπαξ», ακόμα κι αν την άλλη μέρα, στην ίδια υπόθεση, πρόκειται να εκδοθεί άλλη απόφαση.
Συστηματική σειρά νομοθετικών πράξεων – λ.χ. τροπολογιών επί τροπολογιών – ή δικαστικών αποφάσεων – λ.χ. οι αποφάσεις ενός οικογενειακού δικαστηρίου: ας πάει το παιδί εκεί, η κοινωνική υπηρεσία να μου αναφέρει τα αποτελέσματα – και μέχρι τότε ελάτε να ξανασυζητήσουμε την υπόθεση – δεν είναι νομοθεσία, δεν είναι δικαιοδοσία: είναι ΔΙΟΙΚΗΣΗ.

3.5 Διοικητικό δόγμα – διοικητική δογματική ανάλυση
Προφανώς, η τριμερής διάκριση της διοίκησης «εν ευρεία εννοία» σε «νομοθετικό», «δικαστικό» και «διοικητικό» - όχι ακριβώς «εκτελεστικό», είναι μία διάκριση της «διοικητικής δογματικής»
Κατά τον τρόπο αυτό, λ.χ. έχει «θεσμοποιηθεί» στην αρχή της «διάκρισης των λειτουργιών» του Συντάγματος.
Η διοικητική ανάλυση αφενός ΕΠΙΚΥΡΩΝΕΙ την διάκριση αυτή, ως διάκριση συστηματική, αφετέρου την ΕΛΕΓΧΕΙ, δηλαδή την ΑΜΦΙΣΒΗΤΕΙ, αφού, ως «ανάλυση», θα είναι κι αυτή αντι-αυθεντική, αντι-εξουσιαστική, anti-authoritative.
Και κατά τούτο, πάλι, μπορεί κάποιος να διακρίνει μια «διοικητική δογματική» από μια «διοικητική δογματική ανάλυση»: η πρώτη ενσωματώνει την κατάταξη μιας λειτουργίας στην διοίκηση, την κανονιστική ή την δικαιοδοσία, η δεύτερη μπορεί να δεχτεί ή να αμφισβητήσει την κατάταξη.
Ένα παράδειγμα. Τα πειθαρχικά συμβούλια των δικηγόρων, «μια ζωή», για την ακρίβεια από την ίδρυση του ΣτΕ και μετά, λόγω του ότι στη σύνθεσή τους μετείχε ανώτατος δικαστικός, χαρακτηρίζονταν από το ΣτΕ όχι «διοικητικές» πράξεις, αλλά «δικαστικές» ή κάτι παρόμοιο, πάντως όχι υποκείμενες σε αίτηση ακυρώσεως.
Και, αφού, όπως το λέει ο Όμηρος,
Τρις γαρ μιν φασι ανάξασθαι γένε’ ανδρών (γ΄, 245)
Δηλαδή περάσανε κάπου ενενήντα χρόνια, τρεις γενεές δικηγόρων χωρίς δικαστική προστασία έναντι των πειθαρχικών συμβουλίων τους – στο επίπεδο των οποίων δεν θέλω να αναφερθώ εδώ – ξαφνικά, το 2007, το ΣτΕ αλλάζει νομολογία, κηρύσσει τα Πειθαρχικά Συμβούλια διοικητικά όργανα και δίνει αίτηση ακυρώσεως. Έχουμε ΜΕΤΑΤΑΞΗ μιας λειτουργίας από την «δικαστική» στην «διοικητική με στενή έννοια». Τι έχει αλλάξει; Προφανώς, το «διοικητικό δόγμα με ευρεία έννοια». Και κατά τι έχει αλλάξει; Κατά το ότι το ΣτΕ, πλέον, δεν αποφασίζει ως ανώτατο δικαστήριο εν προκειμένω. Η Ελλάδα υπάγεται στην ΕΣΔΑ, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει αναπτύξει νομολογία, και κινδυνεύει η Ελλάδα καμιά καταδίκη υπό το άρθρο 6 παρ. 1, για μη-πρόσβαση σε δικαστήριο, και τις οίδε αν και κατά το άρθρο 8, για προσβολή της επαγγελματικής ζωής.
*  *  *
3.6 Κλασματική αναπαραγωγή της διοικητικής τριμερούς δομής
Η διάκριση αυτή αναπαράγεται, ως κλασματική δομή, κατά επίπεδα …
σχήμα 11.                 Κλασματική αναπαραγωγή της τριμερούς διοικητικής δομής













3.7 Η «διοίκηση» και το ζήτημα των συστημικών υλοποιήσεων
Έτσι, ένα νομικό σύστημα ορίζεται πάντοτε ΜΕΣΑ σε μια διοίκηση, αφού η ΔΙΟΙΚΗΣΗ είναι η τελική υλοποίησή του – ή μη-υλοποίησή του – στην πράξη.
Η υλοποίηση αυτή είναι μια δομή η οποία επίσης αναπαράγεται, κλασματικά, μέχρι την έξοδο από το σύστημα:

 













σχήμα 12.                 Κλασματική αναπαραγωγή στην κατεύθυνση της «κάθετης ολοκλήρωσης» της διοικητικής λειτουργίας

Έτσι, για παράδειγμα, στην Πολιτική Δικονομία, το «υλικό» μέρος είναι η Αναγκαστική Εκτέλεση, και μέσα σ’ αυτήν, οι αποφάσεις του δικαστικού επιμελητή – κ.ό.κ. μέχρι που «ο δικαστικός επιμελητής αφαιρεί το τέκνον … και το παραδίδει …» (κατά την παλαιότερη διατύπωση του νόμου).
Δεν υπάρχει σύστημα χωρίς μια μορφή ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ – έστω επιπέδου αμοιβάδας – δηλαδή χωρίς την a posteriori διάσταση.
Αντίθετα, ο ΚΑΝΟΝΙΣΤΙΚΟΣ και ο ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ τομέας, στο πλαίσιο αυτό, στο βαθμό που εκφράζουν a priori διαστάσεις – και σηματοδοτούν ένα βαθμό εξελιγμένης οργάνωσης του συστήματος.
Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να υπάρχουν (θεωρητικά) διοικήσεις χωρίς νομικό φαινόμενο – κανονιστική και δικαστική διάσταση – αλλά όχι χωρίς διοίκηση εν στενή έννοια.

3.8 Η γεωμετρία της διοικητικής ανάλυσης ως «γεωμετρία των σωμάτων»
Η ένταξη διοικητικού προς νομικό σύστημα δεν είναι σχέση ένα-προς-ένα, όπως η σχέση δόγματος-Παραδείγματος, σύμφωνα με το αίτημα της αντιστοιχίας.
Είναι σχέση ΠΡΟΒΟΛΗΣ, του διοικητικού συστήματος σε ένα επίπεδο νομικών εννοιών:






σχήμα 13.                 «Προβολική» σχέση του διοικητικού δόγματος / Παραδείγματος προς το νομικό του «δόγμα-Παράδειγμα»

Πράγματι, η «διοίκηση», σε σχέση προς την νομική, είναι πιο «πολυδιάστατη»: η προώθηση από το ζεύγος Παραδειγματική – δογματική ανάλυση στην διοικητική ανάλυση είναι «μετάβαση εις άλλο γένος», όπως την αναλύει ο Αριστοτέλης στο «περί ουρανού»: ας πούμε, από το «επίπεδο» στα «σώματα», από την δισδιάστατη γεωμετρία των τριγώνων, των κύκλων, των τετραγώνων και των παραλληλογράμμων στην τρισδιάστατη των σφαιρών, των κύβων, των κώνων, των κολούρων κώνων, των πυραμίδων και των πολυέδρων – και, αν θέλετε, των αστεροειδών, των δορυφόρων και των UFO.

3.8.1 Πόρισμα: το ζήτημα της σχέσης αμοιβαίας παραγωγής διοικητικού και νομικού δόγματος
Η προβολή αυτή, ως σχήμα, σημαίνει το εξής:
- Ένα διοικητικό δόγμα είναι πολυδιάστατο. Δεν περιορίζεται στην νομική του διάσταση.
- Ένα και το αυτό νομικό σύστημα μπορεί να έχει διαφορετικές διοικητικές επιπτώσεις, ανάλογα με την ένταξή του στο διοικητικό σύστημα. Για τον λόγο αυτό, δεν ισχύει η αντιστοιχία «ένα-προς-ένα» νομικού δόγματος και συστήματος.
- Αντίστροφα, ένα νομικό σύστημα ΠΕΡΙΟΡΙΖΕΙ και ΔΙΑΜΟΡΦΩΝΕΙ – αλλά μόνο ως ένα σημείο – το διοικητικό δόγμα.
Πρόκειται κι εδώ, συνεπώς, για μια σχέση «παραγωγής με επιστροφή». Μπορεί, μάλιστα, να τεθεί το ερώτημα: ποιος παράγει ποιον. Το διοικητικό δόγμα το νομικό, ή το αντίστροφο:







σχήμα 14.                 Το ερώτημα των αμοιβαίων σχέσεων παραγωγής-προς-επιστροφή μεταξύ διοικητικού (περιέχοντος) και νομικού (περιεχομένου) δόγματος

Αν υπάρχει μια υπόθεση που μπορεί να γίνει, εδώ, είναι ότι ένα διοικητικό δόγμα θα διαμορφώσει το νομικό του δόγμα έτσι που να του ταιριάζει. Διότι δεν συμβιβάζεται με τον νόμο της ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ να πρέπει το διοικητικό δόγμα να κινηθεί CONTRA στο νομικό του δόγμα- αν και κάτι τέτοιο είναι «ψωμί και τυρί» για την Ελληνική διοίκηση.
Αντίθετα, ο νόμος της ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ, που διέπει τα συστήματα, υποβάλλει, τελικά, να είναι το νομικό σύστημα ένα «εγχειρίδιο», ένα VADEMECUM της διοίκησης – μέσα από μια διαδικασία αλληλοδιάδοχων, αμοιβαίων:
… με την ποικίλη δράση των στοχαστικών προσαρμογών,
Όπως το θέτει ο Καβάφης.

3.9 Διοικητική ανάλυση: Δομιστική μέθοδος προσέγγισης και Ρυθμιστική αναλυτική θεωρία
Και στην διοικητική ανάλυση πρέπει να ορίσουμε την μέθοδο προσέγγισης του συστήματος, σε σχέση με την μέθοδο ανάλυσής του.
Εάν στην Παραδειγματική ανάλυση η μέθοδος προσέγγισης ήταν ΠΕΡΙΓΡΑΦΙΚΗ (ενδεχομένως και «μετρητική»), στην δογματική ανάλυση ΚΑΤΑΝΟΗΤΙΚΗ (ενδεχομένως και «εμπαθητική»), στην διοικητική ανάλυση είναι ΔΟΜΙΣΤΙΚΗ, δηλαδή το διοικητικό σύστημα προσεγγίζεται εξαρχής, δηλαδή ΠΡΟΣΟΜΟΙΩΝΕΤΑΙ, ως ΣΥΣΤΗΜΑ, κατά την ΔΟΜΗ ΤΟΥ και την ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ, ιδίως όσον αφορά την λήψη αποφάσεων, την παραγωγή και τον έλεγχο των αποτελεσμάτων.
Όσον αφορά το νομικό σύστημα, λοιπόν, η διοικητική ανάλυση το αναλύει σύστημα σε τρία επίπεδα.
- Όσον αφορά την σχέση του με το ευρύτερο διοικητικό σύστημα: με ποιον τρόπο το νομικό σύστημα εντάσσεται στην «διοίκηση υπό ευρεία έννοια».
- Όσον αφορά την σχέση του με τον εαυτό του: το νομικό σύστημα από διοικητική άποψη – δηλαδή «το νομικό σύστημα-ως-διοικητικό» και,
- Όσον αφορά την «διοικητική δομή» του νομικού συστήματος: με ποιον τρόπο το νομικό σύστημα-ως-διοίκηση υπό ευρεία έννοια, ενσωματώνει διοικητικές υπό στενή έννοια λειτουργίες.
Υπό την έννοια αυτή η διοικητική ανάλυση είναι ΡΥΘΜΙΣΤΙΚΗ, αφού εξετάζει με ποιο τρόπο, το νομικό σύστημα δουλεύει προς ένα σκοπό, μια διαμόρφωση στην πράξη.

3.10 Πρωτόκολλο διοικητικής ανάλυσης
Ένα Πρωτόκολλο διοικητικής ανάλυσης, λόγω της a posteriori, ΕΜΠΕΙΡΙΚΗΣ φύσης της διοίκησης, είναι ΕΞ ΟΡΙΣΜΟΥ ΑΝΟΙΧΤΟ.
 Ο κατάλογος ερωτημάτων ενός πρωτοκόλλου διοικητικής ανάλυσης, σε αντίθεση προς τους καταλόγους ερωτημάτων μιας Παραδειγματικής, ή μιας δογματικής ανάλυσης, εδώ είναι ΑΝΟΙΧΤΟΣ.
Ορισμένες ομάδες ερωτημάτων – και ο κατάλογος των ομάδων, εδώ, ανοιχτός θα θεωρηθεί κι αυτός – μπορούν να διατυπωθούν ως εξής:
(α) Αυτές που αφορούν στις σχέσεις του διοικητικού συστήματος με το συστημικό του περιβάλλον, και αφορούν στην αυτοτέλεια ή εξάρτηση, στον κλειστό ή ανοιχτό του χαρακτήρα, στην «κρατικοποίηση» ή «ιδιωτικοποίηση», τρόπον τινά στην ενσωμάτωση ή εξαγωγή λειτουργιών και ανάθεση λειτουργιών.  
(β) Αυτές που αφορούν στο «μίγμα διοίκησης» του συστήματος – ως διοικητικού:, λ.χ. αν και πόσο διαθέτει ένα «νομικό», ένα «δικαστικό», ένα «διοικητικό εν στενή εννοία» μέρος, και ποιος είναι ο δεσπόζων χαρακτήρας του διοικητικού συστήματος, ο οποίος μπορεί, επίσης, να είναι κανονιστικός, δικαστικός ή διοικητικός.
(γ) Το μίγμα a priori ή a posteriori στοιχείων, δηλαδή την «εστίαση στον θεσμό», ας πούμε στους δημοκρατικούς θεσμούς, με ποιο τρόπο θα συμμετέχουν όλοι, ας πούμε, στην λήψη αποφάσεων, ή «εστίαση στο αποτέλεσμα» στο ποια απόφαση θα ληφθεί και τι αποτέλεσμα θα έχει, όπως το λέει ο αρχαίος ημών πρόγονος Αίσωπος: «ποιος θα κρεμάσει το κουδούνι στην ουρά της γάτας». Στην θεωρία της δικαιοσύνης, η αντίθεση αυτή μπορεί να εικονογραφηθεί με την διαλεκτική ανάμεσα στην «θεωρία της δικαιοσύνης», του Τζων Ρωλς, σε σχέση με την «Ιδέα της δικαιοσύνης» του Αμάρτυα Σεν – ενός νόμπελ Οικονομολογίας. Η υπερβολική εστίαση στον θεσμό, χωρίς μια αυτόνομη εστίαση στο αποτέλεσμα ονομάζεται, από τον Sen, transcendental institutionalism, το οποίο μεταφράζω ως «υπερβατικός θεσμοκεντρισμός».
(δ) Ο βαθμός συγκέντρωσης ή αποκέντρωσης της διοίκησης, κάτι το οποίο, μεθοδολογικά, θα σχετιζόταν με τον βαθμό που η μέθοδός του είναι επαγωγική ή απαγωγική ή, με την θεωρία του Λεβί-Στρως για τις κοινωνίες, η μέθοδος είναι αυτή ενός «μάστορα» ή ενός «μηχανικού».
*  *  *
4. Σύντομη μνεία σε Παραδείγματα εφαρμογής
Αυτή είναι, λοιπόν, η τριμερής μέθοδος του θέματός μου, μια «επανεπίσκεψη», κατ’ ουσίαν, στην μεθοδολογία της διατριβής μου, ανανεωμένη – «περισσότερο» και «λιγότερο» ταυτόχρονα, επ’ ευκαιρία της αποψινής παρουσίασής της, για την οποία και ευχαριστώ και πάλι τον κύριο Μπέη, για τον ΘΕΣΜΟ αυτό που συνιστά το Κέντρο Δικανικών Μελετών, του οποίου ο ίδιος είναι η ψυχή, την κυρία Κρίσπη προσωπικά, καθώς και τις κυρίες Μωραΐτου και Μαρκοπούλου για την όλη συνεργασία το οργανωτικό κομμάτι και για το ενδιαφέρον τους και για την άμεση ένταξη της διάλεξής μου αυτής στην σειρά των πολύ ενδιαφερουσών διαλέξεων του κύκλου που επιμελούνται.
Στα παραδείγματα θα είμαι σύντομος. Κατ’ ουσίαν, θα περιοριστώ στην σκιαγράφηση του τρόπου εφαρμογής της μεθόδου, με ενδείξεις – πινακίδες, δηλαδή – περιοχών εφαρμογής της.

5.1 Το σύστημα οικογενειακού δικαίου: η εν Ελλάδι αλλαγή οικογενειακού Παραδείγματος του 1983 και τα Παραδείγματα οικογενειακού δικαίου που υπεισέρχονται προς εξέταση
Η αφετηρία, η αφορμή τρόπον τινά, της ανάπτυξης της μεθόδου, στάθηκε το Οικογενειακό δίκαιο.
Η κεντρική ιδέα ήταν ότι, η οικογενειακή μεταρρύθμιση του 1983 ήταν μια «αλλαγή Παραδείγματος» του οικογενειακού δικαίου.
Έχουμε άλλο Παράδειγμα πριν το 1983, και άλλο Παράδειγμα μετά το 1983.
Το οικογενειακό Παράδειγμα πριν το 1983 το ονόμασα «Παραδοσιακό». Το οικογενειακό Παράδειγμα μετά το 1983, το ονόμασα «φιλελεύθερο/ατομικιστικό».
Όταν τέλειωσε η Κούνεια ανάλυση, αντιλήφθηκα ότι υπήρχα κι άλλα να ειπωθούν – και μάλιστα πράγματα που ένας νομικός θα περίμενε εύλογα να ακούσει – τα οποία δεν χωρούσαν σε μια Κούνεια ανάλυση.
Εκεί, μπήκε ο Ανδρουλάκης και – σε μεταγενέστερο στάδιο, και με σύσταση του Καθηγητή μου, του κ. Πάνου Λαζαράτου – ο Λούμαν.
Και διαμορφώθηκε μια θεωρία «δογματικής ανάλυσης».
Βρισκόμουν, συνεπώς, με δύο θεωρίες, τις οποίες έπρεπε να συσχετίσω.
Και πάλι έμεναν πράγματα απέξω.
Ιδίως το ερώτημα: τι κάνει ο οικογενειακός δικαστής; Δικαιοδοτική λειτουργία – ή διοίκηση;
Ένα άλλο ερώτημα: περιλαμβάνει το οικογενειακό δίκαιο μηχανισμό «εφαρμογής» (στην πράξη) των αποφάσεων; Θα «αφαιρεί το τέκνον» ο δικαστικός επιμελητής; Και εάν το «αφαιρεί», τι κάνει; Δίκη – ή διοίκηση;
Έτσι, διαμορφώθηκε η τρίτη ανάλυση, η διοικητική.
Εκεί, φάνηκε να ολοκληρώνεται η μέθοδος, και να μην χρειάζομαι μια τέταρτη ανάλυση, ας πούμε μια ανάλυση «με βάση την θεωρία των διαπραγματεύσεων», την οποία είχα κατά νουν.
Και πάλι, η Παραδειγματική αλλαγή του 1983 δεν ήταν η μόνη.
Μπορεί να διαπνέεται – όπως και το τέλος του 20ου αιώνα – από μιαν αντίληψη «τέλους της ιστορίας», αλλά γενικά ήταν ένα σκληροπυρηνικό «ακραία φιλελεύθερο» δόγμα, το οποίο προκάλεσε πολλή αμφισβήτηση, αποξένωση και δυστυχία.
Το κυριότερο, υπήρξαν εξελίξεις, ιδίως στον τομέα των δικαιωμάτων του ανθρώπου, οι οποίες «δεν χωρούσαν» στο ακραίο φιλελεύθερο μοντέλο του 1983.
Ειδικότερα, στην Νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, ιδίως μετά την Marckx κατά του Βελγίου, του 1979, διαμορφώθηκε ένα καινοφανές «δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή», το οποίο ελεγχόταν με βάση την αρχή της «δίκαιης στάθμισης».
Η αρχή της «δίκαιης στάθμισης» σημαίνει ότι το «συμφέρον του τέκνου» «σταθμίζεται δικαίως» με το οικογενειακό δικαίωμα του γονιού.
Όμως, στο φιλελεύθερο οικογενειακό Παράδειγμα, το «συμφέρον του τέκνου» είναι «απόλυτο μέγεθος». Δεν σταθμίζεται.
Έτσι, προκύπτει ένα τρίτο οικογενειακό Παράδειγμα, «αναδυόμενο» και, κατά την γνώμη μου, το ζήτημα εάν βρισκόμαστε σε μια «επεξεργασία του υφιστάμενου Φιλελεύθερου» ή σε μια Παραδειγματική αλλαγή, είναι ένα ζήτημα ανοιχτό – και εν εξελίξει.
Τρία Παραδείγματα, σημαίνει εννιά αναλύσεις:
- Παραδειγματική, δογματική και διοικητική ανάλυση του Παραδοσιακού οικογενειακού μοντέλου, ενός μοντέλου στο οποίο η ομάδα προηγείται του ατόμου.
- Παραδειγματική, δογματική και διοικητική ανάλυση του Φιλελεύθερου οικογενειακού μοντέλου, ενός μοντέλου στο οποίο το άτομο προηγείται ΑΠΟΛΥΤΩΣ της ομάδας .
- Παραδειγματική, δογματική και διοικητική – δηλαδή συστημική ανάλυση – systems analysis – ενός μοντέλου που ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ακόμα: του αναδυομένου.
Η μεθοδολογία και οι εννιά αναλύσεις αποτέλεσαν το αντικείμενο του πρώτου τόμου της διατριβής μου.

5.2 Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου
Τώρα, η ιδέα και μόνο ότι ένα «αναδυόμενο» μοντέλο «δημιουργήθηκε» τρόπον τινά, σε επίπεδο ενός Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, με οδήγησε στο να αναλύσω τον εποπτικό μηχανισμό των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ως ένα ενιαίο σύστημα: ένα Παράδειγμα, με την «επεξεργασία» του, αλλά χωρίς αλλαγή Παραδείγματος, ένα αντίστοιχο δόγμα, και ένα αντίστοιχο διοικητικό Παράδειγμα – δόγμα.
Τρεις αναλύσεις εδώ, συν ένα γενικό και ένα ειδικό μέρος του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου – το «ειδικό μέρος» όσον αφορά τα οικογενειακά δικαιώματα στις οικογενειακές δίκες υπό το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, είναι ο β΄ τόμος της διατριβής μου.

5.3 Δυναμική εφαρμογής σε άλλα νομικά συστήματα και υπο-συστήματα
Αντιλαμβάνεστε ότι η μέθοδος μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε κάθε νομικό σύστημα.
Ας πούμε, στο πολεοδομικό δίκαιο. Τι Παραδειγματικές αλλαγές συνιστούν, ας πούμε, η οριζόντια και η κάθετη ιδιοκτησία, ή ο θεσμός της αντιπαροχής; Ποια είναι τα αντίστοιχα Παραδείγματα, δόγματα, διοικητικά Παραδείγματα/δόγματα, πριν και μετά τις αλλαγές αυτές;
Το ίδιο, το Συνταγματικό δίκαιο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, ας πούμε, το Σύνταγμα του 1975 αντιστοιχούσε σε μια Παραδειγματική αλλαγή. Αλλά συνιστά Παραδειγματική αλλαγή – ή, αντίστοιχα, επεξεργασία υπάρχοντος Παραδείγματος, η κάθε μία από τις τροποποιήσεις του Συντάγματος, ας πούμε του Ανδρέα Παπανδρέου του 1986 ή του Βενιζέλου το 2001;
Και τι γίνεται με το εκπαιδευτικό δίκαιο, ή το δίκαιο των ΑΕΙ; Με την «εκπαιδευτική μεταρρύθμιση» ή την «μεταρρύθμιση που δεν έγινε;».
Αντιλαμβάνεστε ότι έχετε στη διάθεσή σας ένα εργαλείο με μεγάλη διεισδυτικότητα, ελευθερία και ευρύτατο πεδίο εφαρμογής, σε κάθε νομικό σύστημα ή υποσύστημα

5.4 Δυναμική εφαρμογής σε συστήματα από άλλους κλάδους
Η τριάδα Παραδειγματικής – δογματικής – διοικητικής ανάλυσης προδήλως μπορεί να εφαρμοστεί και εκτός νομικής – με την παρατήρηση ότι, πάντοτε, ένα σύνολο πραγμάτων μπορεί να είναι σύστημα μπορεί και να μην είναι, μπορεί να είναι Παράδειγμα / δόγμα, μπορεί και να μην είναι.
Το νομικό σύστημα είναι και Παράδειγμα, και δόγμα. Το ίδιο μια κρατική διοίκηση – ακόμα και μια αποτυχημένη κρατική διοίκηση.
Κατά τα λοιπά, για την ανάλυση σε άλλους τομείς, το ερώτημα της συστημικής – ή της δογματικής – φύσης του αναλυόμενου αντικειμένου πρέπει να τίθεται ad hoc.
Πρόσφατα, ας πούμε, συλλογιζόμουν αν μπορούσα να οργανώσω σε Παραδείγματα τις Αγγλόφωνες μεταφράσεις του Ομήρου.
Ο Τσάπμαν, του 1600 είναι «σχολαστικός», ο Χομπς, του 1670 είναι ουμανιστής, και ο Πόουπ, του 1715., είναι ροκοκό.
Τις Ελληνόφωνες μεταφράσεις. Ας πούμε ότι ο Πολυλάς, ο Εφταλιώτης και ο Σιδέρης, με την μετάφραση σε δημοτικούς δεκαπεντασύλλαβους, εκφράζουν ένα «δημοτικό» δόγμα, το οποίο στηρίζεται στην υπόθεση ότι ο Ελληνικός λαός – ως λαογραφία – αποτελεί συνέχεια του λαού που έβγαλε τον Όμηρο.
Οι Καζαντζάκης-Κακριδής, ο λογοτέχνης και ο ακαδημαϊκός, με τους δεκαεπτασύλλαβούς τους, αντίθετα, και την Καζαντζάκεια δημοτική, εκφράζουν μια πιο «λογοτεχνική» αντίληψη: την διάκριση «επιστήμης» και «τέχνης», κατά τον σκοπό και το αντικείμενο, αλλά στο πλαίσιο του ίδιου, θετικιστικού δόγματος.
Ο Δημήτρης Μαρωνίτης κάνει κάτι διαφορετικό, εκφράζοντας μια διαφορετική όψη του δημοτικισμού, όχι ως αποστόλου μιας άλλης πρότυπης γλώσσας, στηριγμένης στην μεταφυσική του λαού, αλλά ως καθημερινότητας. Εκφράζει, δηλαδή, ένα δόγμα «συγχρονίας».
Ο Γεώργιος Δούκας, πάλι, ο οποίος όταν μια Ομηρική λέξη μπορεί να κατανοηθεί (περίπου) και σήμερα, την κρατά ως έχει, εκφράζει μιαν αντίληψη όχι μόνο για την «συνέχεια» της Ελληνικής γλώσσας από τον Όμηρο ως τα σήμερα, αλλά και μια «μαγική» αντίληψη για την Ομηρική γλώσσα: ότι οι λέξεις, στην αρχική τους μορφή, έχουνε μια δύναμη καθεαυτήν, σχεδόν εξωγήινη.
Θα μπορούσα να συνεχίσω πάνω στα δόγματα των γραμματικών της αρχαιοελληνικής, ή της γλωσσολογίας, ή της ανάλυσης της μυθολογίας, θα μπορούσα να πω πολλά πράγματα.
*  *  *
6. Σύνοψη
Mais maintenant cultivons notre jardin: αλλά τώρα ας καλλιεργήσουμε τον κήπο μας. Τη νομική.
Αν με ρωτήσετε ποιο είναι το διαταύτα, να συνοψίσω την μεθοδολογία, ως ΝΟΜΙΚΗ μεθοδολογία, σε μία λέξη, θα έλεγα ότι είναι «κριτική» (με γιώτα).
Και πώς εννοείς την «κριτική»;
Με δύο όρους:
(α) σεβασμό στο αντικείμενο ΟΠΩΣ ΕΙΝΑΙ – αυτό σημαίνει η τριάδα των όρων «περιγραφή» «κατανόηση» «δομιστική προσέγγιση» και,
(β) ως «ανάλυση», δηλαδή ως «εξήγηση», «ερμηνεία», «ρύθμιση», και μάλιστα με ιδιαίτερη έμφαση, ΑΠΑΛΛΑΓΜΕΝΗ από το «σφάλμα σκέψης ενώπιον της αυθεντίας» - το γνωστό στην αγγλική του διατύπωση ως authority bias – με άλλη λέξη «αντι-αυθεντική».
Κάτι που χρειάζεται επειγόντως η ίδια η νομική δογματική, ως κριτική δογματική, προκειμένου να μην υποβιβαστεί – κατά το Αμερικάνικο πρότυπο – αν μου επιτραπεί ο λατινικός νεολογισμός – σε ancilla auctoritatis praetoris – ως αμφίπολος της όποιας νομοθετικής και δικαστικής αυθεντίας.
Σας ευχαριστώ
Κωνσταντίνος Δεμερτζής
Δικηγόρος, Δρ. Νομικής
Διάλεξη στο Κέντρο Δικανικών Μελετών ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ
Σαρανταπήχου 17 (Περιφερειακός Λυκαβηττού)
3ος όροφος, οικία του Καθηγητού Κώστα Μπέη
Πέμπτη, 10 Μαΐου 2018, ώρα 7.00 μ.μ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου